el
el

Γ΄Βραβείο Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Κύπρου

ΟΜΑΔΑ ΜΕΛΕΤΗΣ

Αρχιτέκτων: Θεώνη Ξάνθη
Σύμβουλος αρχιτέκτων: Θοδωρής Ανδρουλάκης
Συνεργάτες: Σπύρος Γιωτάκης, Μαργαρίτα Ζακυνθινού – Ξάνθη, Κυριακή Γαρδέλη
Αρχιτεκτονική Ομάδα Εργασίας: Χρήστος Τατουδάκης, αρχιτέκτων, Ζωή Τζουνίδου, Βαρβάρα Στιλπνοπούλου, Πηνελόπη Παππά, Ρόζα Κωνσταντινίδου, Νικολέττα Ζακυνθινού – Ξάνθη, φοιτήτριες αρχιτεκτονικής
Σύμβουλος Στατικών: Στράτος Ευστρατιάδης – Ελληνική Μελετητική ΑΤΕ
Σύμβουλος Η/Μ: Κώστας Γεωργακόπουλος, Σπύρος Τσάντες
Σύμβουλος Ενεργειακών – Αειφόρου κατασκευής: Καλλιόπη Μόρμορη

Η πρόταση διερευνά και επικεντρώνεται στο σχεδιασμό μιας ανοιχτής δομής, που θα μπορούσε να στεγάσει και να δραστηριοποιήσει – χωρικά και νοηματικά – τέσσερις βασικές ιδέες:

  • Του Ενεργού Τοπίου, που δεν θα αποτελεί απλά το φόντο της εγκατάστασης, αλλά αποκτά ζωντανή και ενεργή σχέση με το κτήριο, διεισδύει σε αυτό και αντίστροφα, αποτελώντας γενεσιουργό στοιχείο του σχεδιασμού του.
  • Του Ανοιχτού Δημόσιου κτηρίου ως μιας νεκρής χωρικής “σύναψης” που εμπλουτίζει την αστικότητα, διευρύνοντας τις ροές του δημόσιου περιβάλλοντος και αναδεικνύει το νόημα της δημόσιας εκπαίδευσης, ειδικά στις Ιατρικές σπουδές.
  • Του Εκπαιδευτικού περιβάλλοντος του Πανεπιστημιακού κτηρίου, ως ενός Οικοσυστήματος, που δεν αναπαράγει ιδρυματικά και κλειστά σχήματα, αλλά θα γίνεται αντιληπτό ως χώρος αναβαθμισμένης δημιουργικότητας, κοινωνικοποίησης και διακίνησης γνώσης και ιδεών.
  • Του Ενδιάμεσου χώρου ως μεσολαβητικής συνθήκης που επαναπροσδιορίζει το τυπικό λειτουργικό πρόγραμμα, και το ξαναδιαβάζει μαζί με το “άτυπο” των κοινόχρηστων χώρων και των χώρων κίνησης. Αναδιοργανώνει δηλαδή τις μεταβατικές χωρικές σχέσεις του κλειστού και υπαίθριου, της εργασίας και της διεπαφής, της ροής και της ανάπαυλας, ενοποιώντας τις εκφάνσεις της ζωής του κτηρίου και αποδίδοντας εν τέλει την ταυτότητα του.

Οι παραπάνω αναζητήσεις προέκυψαν από τα δεδομένα – αιτούμενα του διαγωνισμού όπως: Του ιδιαίτερου φυσικού περιβάλλοντος, ενός συγκινητικού τοπίου Κυπριακής γης. Της επικλινούς τοπογραφίας του οικοπέδου. Της επιθυμητής θέας από τον κεντρικό Πεζόδρομο – Belvedere. Της προγραμματιζόμενης επέκτασης της Σχολής. Του σύνθετου κτηριολογικού προγράμματος και της απαίτησης για πλήρως κλιματιζόμενο κτήριο, υψηλής ενεργειακής απόδοσης. Του ειδικού χαρακτήρα της εκπαιδευτικής διαιδικασίας που εκτός των άλλων στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ψηφιακή εικόνα και τα προσομοιωτικά μοντέλα. Του μεταβαλλόμενου χαρακτήρα του campus σε ένα πιο αστικό σχηματισμό (οπτικά φράγματα, μεγάλες κτηριακές μάζες).

ΣΥΝΘΕΤΙΚΑ ΒΗΜΑΤΑ

Δύο χειρονομίες συντάσσουν τη σύνθεση του νέου κτηρίου. Η διάνοιξη των ορίων, που αναζητά τη συνέργεια με τα γειτονικά περιβάλλοντα και η σύναξη ενός “μεγάλου εσωτερικού” – του πυρήνα της Σχολής.

Η κύρια συνθετική επιλογή αφορά στην αφαίρεση κτηριακής μάζας από το κεντρικό τμήμα του γηπέδου, με στόχο τη δημιουργία ενός ζωτικού ρήγματος, ενός “θετικού κενού”, που θα αποτελέσει το βασικό εργαλείο της λειτουργικής και περιβαλλοντικής διαχείρισης του κτίσματος. Διανοίχτηκε με τον τρόπο αυτό μια κοίτη – ρεματιά φυσικής και κοινωνικής ροής, που αποκαλύπτει τη φυσική τοπογραφία, ελευθερώνει τις οπτικές φυγές και την αντιληπτικότητα και επιτρέπει τη διείσδυση του φυσικού στο κτίσμα.

Αποκτά τα χαρακτηριστικά ενός ελεύθερου περάσματος, που λειτουργεί ως συνέχεια – διακλάδωση του κεντρικού Πεζόδρομου – Belvedere και ως διασύνδεση των δημόσιων χώρων (Πλατεία Κοινόχρηστων Λειτουργιών, Αίθριο Βιολογίας), δημιουργώντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις μετάβασης προς το κτήριο επέκτασης της Σχολής, νότια.

Η διαίρεση του κτηριακού όγκου επιτρέπει τη σαφή διάκριση των δύο κύριων λειτουργικών ενοτήτων, της Προπτυχιακής – Διδακτικής και της Μεταπτυχιακής – Ερευνητικής, με βάση και τα αντιθετικά χαρακτηριστικά τους (κινητικότητα και ομαδική λειτουργία για την πρώτη – διαβαθμισμένη προσβασιμότητα και υγειονομική ασφάλεια για τη δεύτερη). Οι γραφειακοί χώροι της Κοσμητείας – Ακαδημαϊκών εντάσσονται στις ψηλότερες στάθμες της Διδακτικής ενότητας, όπου ο όγκος απομειώνεται, παρέχοντας υπαίθριες εκτονώσεις και θέες προς το εσωτερικό και γειτονικό περιβάλλον.

Το εσωτερικό του “δοχείου” που δημιουργήθηκε παρήγαγε τον ενδιάμεσο χώρο, που εξελίσσεται στην τρίτη, κύρια χωρική ενότητα του κτηρίου, η οποία συγκεντρώνει τις κοινόχρηστες λειτουργίες – κλειστές και ανοικτές – και γίνεται ο κεντρικός χώρος οργάνωσης και διαπνοής του κτηρίου.

Ο ενδιάμεσος χώρος οργανώθηκε στα ίχνη δύο τύπων – δομών: του Περάσματος – Δρόμου για τους ελεύθερους υπαίθριους χώρους και του κλειστού Αιθρίου για τους εσωτερικούς κοινόχρηστους χώρους. Ο πρώτος παρακολουθεί το πλαστικό του εδάφους. Εισαγωγικά ξεκινά από μια κατωφερική κλιμακωτή πλατεία που οδηγεί στην περιοχή του Φοιτητικού Συλλόγου και εξελίσσεται σε μια στεγασμένη αυλή, όπου εκβάλλουν οι Διδακτικές Αίθουσες. Το υπαίθριο πέρασμα διευθετεί κινήσεις, εισόδους και στάσεις σε διαφορετικές στάθμες, ενώ μια ήπια άνοδική ράμπα από τον κεντρικό Πεζόδρομο διαμορφώνει την κύρια είσοδο σε μεσοσταθμικό επίπεδο του κτηρίου.

Στο ύψος αυτό οργανώνεται ο Αιθριακός σχηματισμός των κοινόχρηστων λειτουργιών. Στις πλευρές του αναπτύσσονται η Υποδοχή, το Φουαγιέ Εισόδου, το Αναγνωστήριο και οι χώροι εκτόνωσης και κυκλοφορίας της Διδακτικής ενότητας με τις επιμήκεις ραμπόσκαλες. Στη μη φωτισμένη περιοχή των Ερευνητικών εργαστηρίων αναρτάται ο διώροφος διαφανής όγκος της Βιβλιοθήκης – πρόταση της μελέτης -, που συνδυάζεται με το χώρο ανάπαυσης των Ερευνητών και διαμορφώνει την τέταρτη όψη του “μεγάλου εσωτερικού”. Το αίθριο διευθετεί την επικοινωνία των λειτουργικών ενοτήτων και παρακολουθείται από υπαιθριους χώρους που ανακουφίζουν το εργασιακό περιβάλλον αλλά και την προγραμματική απαίτηση για πλήρως κλιματιζόμενο κτήριο.

Με το χειρισμό αυτό ο “μέσος” χώρος ζωογονείται και ο κοινόχρηστος χαρακτήρας επεκτείνεται στο σύνολο του κενού όγκου. Ο χώρος αποκτά πολυεπιπεδότητα, κλιμακώνει τα βλέμματα και την αντίληψη από διαφορετικά ύψη και δημιουργεί “εσωτερικές” θέες και φυγές προς το φυσικό. Ταυτόχρονα, αποκτά τη δυνατότητα να φιλοξενήσει δράσεις πέραν των προβλεπομένων (υπαίθριο μάθημα, συναθροίσεις, εκδηλώσεις κλπ) που εμπλουτίζουν την εναλλακτική λειτουργία της κοινότητας και συμβάλλουν, ώστε το κτήριο να μην αφομοιώνει αλλά να αναδεικνύει τη φοιτητική παρουσία και την “κοινή” φοιτητική ζωή, στοιχείο που αποτελεί μία από τις κύριες στοχεύσεις της μελέτης. Τέλος, ο ενδιάμεσος χώρος μορφώνεται και προστατεύεται με τη χρήση ενός παλλόμενου βιοκλιματικού στεγάστρου.

Ο διαχωρισμός της κτηριακής μάζας σε δύο επιμήκεις όγκους μειώνει το κτηριακό αποτύπωμα και λειτουργεί ευεργετικά ως προς την βιοκλιματική συμπεριφορά του κτηρίου (διαπνοή – απορροφητικότητα εδάφους, φυτεύσεις – μικροκλίμα, φυσικός φωτισμός – δροσισμός). Ενώ η συστροφή των δύο πτερύγων διαχειρίζεται τις σκιάσεις, αναιρώντας την ασφυκτική συνύπαρξη με τα διπλανά κτίσματα, διαμορφώνει την ανοιχτή υποδοχή του κτηρίου και ταυτόχρονα ενισχύει τον ενεργειακό σχεδιασμό (ροές ανέμων, προσανατολισμοί). Δευτερεύοντα εξωτερικά κελύφη (από περσίδες και σίτες) διαβαθμίζουν διαφάνεια και προστασία στις ευπαθέστερες όψεις. Το βιοκλιματικό στέγαστρο προστατεύει και σκιάζει διαμορφώνοντας ταυτόχρονα μια εκτεταμένη ενεργειακή επιφάνεια “δώματος” με την ενσωμάτωση συστήματος φωτοβολταϊκών στοιχείων.

Τα παραπάνω βήματα στοχεύουν τελικά σε μια σύνθεση, που χωρίς να στερείται την καθαρή δομή, την ορθολογική λειτουργικά κτηριακή ταυτότητα και τα εγγενή χαρακτηριστικά ενός σύγχρονου τεχνολογικά κτηρίου, αποτελεί και έναν πιο “τοπιογενή” σχηματισμό, που διαλέγεται με τα ωφελήματα του τόπου και του τρόπου ζωής, ενσωματώνοντας τις παραμέτρους της αειφορίας και της κοινωνικής ζωτικότητας.

Συνθετικός καμβάς που διαπνέει τον όλο σχεδιασμό είναι ο επαναπροσδιορισμός εκείνων των στοιχείων της Μεσογειακής αρχιτεκτονικής έκφρασης, όπου η αμεσότητα των αναγκών συνδέεται άρρηκτα σε μια ανθρωποκεντρική θεώρηση, συνυφασμένη με τον πολιτισμό της υπαίθριας ζωής, της κοινωνικής ώσμωσης και της ζωτικής σχέσης με τη φύση και το τοπίο, στοιχεία άλλωστε βιωμένα στο ιστορικό βάθος του τόπου, ζώντα και αυτονόητα στη συλλογική μνήμη και την καθημερινή ζωή.