Α’ Βραβείο: Μελέτη Οικιστικών Μονάδων Ποιοτικής Προσιτής Στέγης προς Ενοικίαση στη Λευκωσία 2

Γιάννος Κολιαντρής, Μαρία Κυριάκου, Μαρίνα Μιχαήλ

Η πρόταση αντιμετωπίζει την προσιτή κατοικία ως τη δημιουργία μιας σύγχρονης γειτονιάς και όχι ενός απλού συγκροτήματος πολυκατοικιών. Βασική συνθετική αρχή αποτελεί η διαπερατότητα, τόσο σε πολεοδομικό όσο και σε αρχιτεκτονικό επίπεδο. Αντί της δημιουργίας ενός μεγάλου και συμπαγούς οικοδομικού όγκου, η πρόταση επιλέγει τη διάσπασή του, επιτρέποντας στο φυσικό φως, στον αέρα, στο πράσινο και στους κατοίκους να διαπερνούν ολόκληρη την ανάπτυξη.

Η ιδιαίτερη μορφολογία του τεμαχίου δεν αντιμετωπίστηκε ως περιορισμός αλλά ως ευκαιρία σύνθεσης. Η ανάπτυξη οργανώνεται παράλληλα με τη γεωμετρία του οικοπέδου και στη συνέχεια διασπάται σε τέσσερις επιμέρους κτιριακούς όγκους, δημιουργώντας μια ανθρώπινη κλίμακα, σαφείς κοινόχρηστους χώρους και μια ισχυρή σχέση μεταξύ του δομημένου και του φυσικού περιβάλλοντος.

Οι τέσσερις πολυκατοικίες οργανώνονται ως ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο. Η διάταξή τους δημιουργεί κάθετους και οριζόντιους άξονες που επιτρέπουν τον φυσικό αερισμό, τον φυσικό φωτισμό και τη διαμόρφωση συνεχών οπτικών φυγών.

Η ανάπτυξη περιλαμβάνει συνολικά 64 διαμερίσματα, εκ των οποίων 32 διαμερίσματα ενός υπνοδωματίου και 32 διαμερίσματα δύο υπνοδωματίων. Η κατανομή τους πραγματοποιείται ισόρροπα, ώστε κάθε πολυκατοικία να περιλαμβάνει και τους δύο τύπους κατοικιών, δημιουργώντας ένα μικτό κοινωνικό σύνολο χωρίς λειτουργικούς διαχωρισμούς.

Η ίδια διάταξη επαναλαμβάνεται σε όλους τους ορόφους, επιτυγχάνοντας τυποποίηση της κατασκευής, απλούστευση της στατικής και ηλεκτρομηχανολογικής επίλυσης και σημαντική μείωση του κατασκευαστικού κόστους. Η τυπολογία αυτή παρουσιάζεται αναλυτικά στα συνοδευτικά διαγράμματα κατανομής των διαμερισμάτων ανά όροφο.

Η αρχιτεκτονική έκφραση της πρότασης χαρακτηρίζεται από καθαρές γεωμετρίες και έντονη κατακόρυφη άρθρωση των όψεων. Μέσω της σύνθεσης των επιμέρους όγκων και της επανάληψης κατακόρυφων στοιχείων, οι όψεις αποκτούν ρυθμό, αναλογίες και μία ενιαία ταυτότητα.

Τα ανοίγματα υπογραμμίζονται με γραμμικές χρωματικές επεμβάσεις σε πράσινες αποχρώσεις, οι οποίες λειτουργούν ως στοιχείο προσανατολισμού και αναφοράς, ενώ ταυτόχρονα συνδέουν οπτικά την αρχιτεκτονική με το φυσικό περιβάλλον και τη φύτευση του συγκροτήματος.

Οι βεράντες σχεδιάζονται ως εσοχές εντός του βασικού όγκου των κτιρίων και όχι ως πρόβολοι. Η επιλογή αυτή ενισχύει τη γεωμετρική καθαρότητα των όψεων, βελτιώνει τη σκίαση των εξωτερικών χώρων και περιορίζει τόσο την κατασκευαστική πολυπλοκότητα όσο και το συνολικό κόστος του έργου.

Η κατασκευή βασίζεται σε έναν επαναλαμβανόμενο φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, επιτρέποντας την εφαρμογή τυποποιημένων λύσεων σε όλα τα κτίρια.

Η χρήση διάτρητης εμφανoύς τοιχοποιίας από τούβλο στις βεράντες αποτελεί βασικό μορφολογικό στοιχείο της πρότασης. Το υλικό λειτουργεί ως φίλτρο φωτός, αέρα και ιδιωτικότητας, ενώ παράλληλα παραπέμπει στην κυπριακή αρχιτεκτονική παράδοση και προσφέρει υψηλή ανθεκτικότητα με ελάχιστες απαιτήσεις συντήρησης.

Η απλότητα της κατασκευής, η επανάληψη των τυπολογιών και η επιλογή ανθεκτικών υλικών μειώνουν σημαντικά τόσο το αρχικό κόστος κατασκευής όσο και το συνολικό κόστος του κύκλου ζωής του έργου.

Η διάταξη των κτιρίων αξιοποιεί τον φυσικό προσανατολισμό του τεμαχίου, επιτρέποντας τον διαμπερή φυσικό αερισμό των κατοικιών και τη βέλτιστη αξιοποίηση του φυσικού φωτισμού.

Οι εσοχές των βεραντών λειτουργούν ως παθητικά στοιχεία σκιασμού, ενώ το ενεργειακά αποδοτικό κέλυφος, τα θερμομονωτικά κουφώματα και η πρόβλεψη φωτοβολταϊκών συστημάτων συμβάλλουν στη σημαντική μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και του λειτουργικού κόστους.

Η φυτοτεχνική πρόταση ενσωματώνει τις αρχές του βιώσιμου μεσογειακού σχεδιασμού, δημιουργώντας ένα τοπίο που απαιτεί περιορισμένη άρδευση και ελάχιστη συντήρηση. Επιλέγονται κυρίως αυτόχθονα είδη, όπως χαρουπιές, ελιές, αγριελιές και κυπαρίσσια, τα οποία διαμορφώνουν σκιασμένους χώρους και ενισχύουν τη σύνδεση του συγκροτήματος με το κυπριακό τοπίο.

Η χαμηλή φύτευση αποτελείται από αρωματικά και ξηρανθεκτικά μεσογειακά φυτά, όπως λεβάντα, δενδρολίβανο, θυμάρι και μυρτιά, συμβάλλοντας στη βιοποικιλότητα, στη βελτίωση του μικροκλίματος και στη μείωση της κατανάλωσης νερού. Η συνολική σύνθεση δημιουργεί ένα δίκτυο διαδρομών, χώρων στάσης και κοινωνικής συνάντησης που λειτουργεί ως φυσική προέκταση της κατοικίας.

Η στάθμευση οργανώνεται κεντρικά, εξυπηρετώντας ισότιμα όλες τις πολυκατοικίες. Ο αριθμός και οι διαστάσεις των θέσεων στάθμευσης είναι πλήρως εναρμονισμένοι με τις απαιτήσεις της ισχύουσας νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπόμενων θέσεων για άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ) και επισκέπτες.

Ένα υπερυψωμένο δίκτυο πεζογέφυρων συνδέει τα κτίρια με τον κεντρικό υπαίθριο χώρο, διαχωρίζοντας με σαφήνεια την κίνηση πεζών και οχημάτων και δημιουργώντας ένα ασφαλές περιβάλλον για όλες τις ηλικίες.

Η πρόταση αποδεικνύει ότι η προσιτή κατοικία μπορεί να συνδυάζει αρχιτεκτονική ποιότητα, κοινωνική συνοχή και οικονομική βιωσιμότητα. Μέσα από την αρχή της διαπερατότητας, τη διάσπαση του όγκου, την επανάληψη μιας ευέλικτης τυπολογίας, τον βιοκλιματικό σχεδιασμό και τη δημιουργία ενός ισχυροτύ δικτύου κοινόχρηστων χώρων, διαμορφώνεται μια νέα γειτονιά που ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες κατοίκησης και αποτελεί ένα βιώσιμο πρότυπο προσιτής στέγης για την Κύπρο.