MoC Architecture Collaborative
Σιδωράκης Νικόλαος, Γουναρίδης Κωνσταντίνος, Μάριος Γκιουλτζούογλου-φοιτητής Αρχιτεκτονικής
Η Τυπολογική Αναδιατύπωση και η Χωρική Διάρθρωση της Αυλής
Εκκινώντας από την παραδοχή ότι η μονοκατοικία αποτελεί την απόλυτα επικρατούσα οικιστική μορφή στην ευρύτερη περιοχή, στόχος της πρότασης είναι να μελετήσει σε βάθος τις χωρικές συνθήκες που ορίζονται από το συγκεκριμένο τυπολόγιο. Η σχεδιαστική πρόθεση είναι η ουσιαστική αναδιατύπωσή του τύπου στο πλαίσιο της συλλογικής κατοίκησης.
Πυρήνας αυτής της μετάβασης από το ατομικό στο συλλογικό αποτελεί η χωρική διάρθρωση της αυλής. Αν εξετάσουμε την μονοκατοικία ως σύστημα δόμησης, και συγκεκριμένα την διάκρισή της ως τέτοιο με κριτήριο την σχέση εισόδου μεταξύ κτιρίου-οικοπέδου-δημόσιου χώρου, το κλειδί της χωρικής της συγκρότησης βρίσκεται στην αυλή. Η αυλή βρίσκεται σε τουλάχιστον δύο επικρατούσες εκφάνσεις, αρχικά αυτή του προαύλιου, δίνοντας χαρακτηριστικά είσοδο στην κατοικία ως ένα ανοιχτό δημόσιο κατώφλι, και αυτό της πίσω αυλής, χώρος ανοιχτός, ιδιωτικός, και περίκλειστος, όπου η κοινωνική διάδραση επιτρέπεται μόνο μεταξύ γειτνιασης.
Η παραπάνω διάρθρωση βασίζεται στην ανάγνωση της εισόδου, ως ουσιαστική χωρική μετάβαση. Καθώς σκοπός της πρότασης είναι η αναπαραγωγή της μονοκατοικίας στην συλλογική κατοίκηση, το πρώτο χαρακτηριστικό που επικρατεί είναι η αναζήτηση της ισόγειας, από αυλής, εισόδου στις κατοικίες.
Η ανάγνωση της τοπογραφίας και η θέση των υπόσκαφων επικουρεί ουσιαστικά στο παραπάνω κριτήριο. Ένας μεγάλος αριθμός κατοικιών δύναται να τεθούν σε υπόσκαφα τμήματα, με πίσω αυλές, ενώ το πρώτο επίπεδο της ανωδομής, στα σημεία όπου αυτό χρειάζεται, λειτουργεί επίσης ως ισόγειο. Η κατανομή των κινήσεων στα τμήματα της ανωδομής, επιλύεται μέσω ανοικτών διαδρόμων προσπέλασης τύπου a ballatoio και της προσθήκης loggia, επιτρέποντας την ταυτόχρονη ύπαρξη τουλάχιστον δύο ανοικτών χώρων διαφορετικής χωρικής ποιότητας σε κάθε κατοικία. Αυτές οι επιλογές προδίδουν μια συνειδητή προσπάθεια ένταξης ενός κατά βάση αστικού τυπολογίου μέσα σε μια παράθεση προαστιακών μονοκατοικιών, προτείνοντας ένα υβρίδιο τοπικής αστικότητας.
Ο χώρος μεταξύ των κτιρίων κατοικιών οργανώνεται ως μία εκτενής αυλή στον ενδιάμεσο χώρο ισόγειων κατοικιών. Επέκταση της κοινόχρηστης αυλής αποτελεί η κοινόχρηστη πλέον πορεία, θέτοντας επίπεδα σταδιακής μετάβασης, από τον δημόσιο χώρο στην ιδιωτική ‘’αυλή’’ των κατοικιών. Η ίδια η κατοικία αποτελεί μία κουίντα στην παραπάνω μετάβαση.
Τοπογραφία και Κτιριακός Όγκος
Το κτιριακό αποτύπωμα διατηρείται μικρότερο από το επιτρεπόμενο όριο κάλυψης, προσμετρώντας ακόμη και τα υπόσκαφα τμήματα στο σύνολο της έκτασής τους, χωρίς λείπουν επιφάνειες από το προτεινόμενο λειτουργικό πρόγραμμα και τον αριθμό κατοικιών. Ακολουθείται η λογική της ελάχιστης δυνατής επέμβασης στο φυσικό ανάγλυφο, αποφεύγοντας βίαιες αλλοιώσεις στο τοπίο και την συγκείμενη τοπογραφία.
Η τοποθέτηση των κτιριακών όγκων στο οικόπεδο υπαγορεύεται σχεδόν απόλυτα από τις υφιστάμενες ισοϋψείς καμπύλες, στρέφοντας το συγκρότημα προς τη θάλασσα. Οι κατοικίες, στην πλειοψηφία τους σχεδόν ισόγειες, εν μέρει υπόσκαφες ή αναπτυσσόμενες σε έναν πρώτο όροφο, κλιμακώνονται στο έδαφος με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη θέα όλων των κατοικιών. Καθώς η θέα αυτή συγκροτείται αυστηρά μέσω της υφιστάμενης φυσικής κλίσης, διασφαλίζεται σε βάθος χρόνου, καθώς καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο να ανατραπεί ή να εμποδιστεί από μελλοντικές κατασκευές στις γειτονικές εκτάσεις.
Κυκλοφορία και Δίκτυο Κινήσεων
Ως προς τη διαχείριση της κυκλοφορίας, προτείνεται η διαμόρφωση ενός νέου, ήπιου οδικού άξονα που εξυπηρετεί την ανάπτυξη και την δημόσια σύνδεση. Οι θέσεις στάθμευσης τοποθετούνται οργανικά στον υπαίθριο χώρο, παροδίως, υπακούοντας τόσο στην ανάγκη αποφυγής δαπανηρών εκσκαφών για τη δημιουργία υπογείων (εξυπηρετώντας τον προσιτό χαρακτήρα του έργου), όσο και στην ανάγκη ένταξής τους στο τοπίο χωρίς τη δημιουργία τυφλών χώρων τύπου πιλοτής.
Υλικότητα, Κατασκευαστική Μέθοδος και Ενεργειακή Πρόθεση
Η οικοδομική συγκρότηση της αρχιτεκτονικής πρότασης βασίζεται στην οικονομία των υλικών, επιλέγοντας συστήματα χωρίς εξειδικευμένες απαιτήσεις εφαρμογής, ώστε η πρόταση να μπορεί να υλοποιηθεί απουσία περιττών οικοδομικών επιβαρύνσεων. Το σκυρόδεμα χρησιμοποιείται εκεί όπου κρίνεται απαραίτητο: στην αναπόφευκτη επαφή της οποιασδήποτε οικοδομικής λογικής με το έδαφος και στα στοιχεία αντιστήριξης.
Τα υπόσκαφα τμήματα κατασκευάζονται από εμφανές οπλισμένο σκυρόδεμα. Η γεωμετρία της πρότασης προάγει την δυνατότητα μόνωσης του κελύφους από την εξωτερική παρειά, που προκύπτει εντός του εδάφους. Τα εμφανή σκυροδέματα, επιτυγχάνονται χωρίς την κοστοβόρα πρόταση διπλού κελύφους, ενώ η τοποθέτηση των κατοικιών σε μεσοτοιχία, οδηγεί προς μόνωση την μικρότερη δυνατή επιφάνεια.
Στην ανωδομή η συμπαγής οπτοπλινθοδομή χρησιμοποιείται ταυτόχρονα ως υλικό πλήρωσης και ως φέρων οργανισμός. Η επιλογή αυτή εδράζεται σε μια ιστορική αναφορά που συνδέει την Κύπρο με την ενετική Παλμανόβα (περιφέρεια Φριούλι-Βενέτσια Τζούλια) — μια ιστορική συνύπαρξη οχυρωματικής αστικής αρχιτεκτονικής, η οποία προδίδει ένα σημαντικό κατασκευαστικό προηγούμενο. Η δομική υπόσταση της οπτοπλινθοδομής αποτελεί εδώ ένα αρχιτεκτονικό δάνειο από μια τοπική προαστιακή οικοδομική παράδοση μιας, συνομιλούσας με την Κυπριακή, περιφέρειας.
Η επιλογή της συμπαγούς οπτοπλινθοδομής, ταυτοχρόνως, είναι μία επιλογή που επικουρεί στην μείωση του αποτυπώματος του εγχειρίματος. Ο ουσιαστικός περιορισμός της χρήσης οπλισμένου σκυροδέματος στο ελάχιστο δυνατό, και η αναζήτηση μιας οικοδομικής εφικτής να κατασκευαστεί στην περιοχή, χωρίς επιπρόσθετο κόστος, υλικού μη προερχόμενου από εξόρυξη και πλήρως ανακτήσιμο, οδηγούν την πρόταση να απαντάει στις οικοδομικές συμβάσεις και απαιτήσεις. Η περιβαλλοντική μέριμνα και ο στόχος της ενεργειακής αυτονομίας ολοκληρώνονται μέσω της στρατηγικής τοποθέτησης επαρκών επιφανειών φωτοβολταϊκών πάνελ, οι οποίες ενσωματώνονται στη γεωμετρία των δωμάτων. Η προσέγγιση αυτή εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα του έργου, προσφέροντας ποιοτική, προσιτή στέγη με μηδενικό σχεδόν λειτουργικό αποτύπωμα.