el
el

Αξιοποίηση / Ανάπλαση του χώρου του Παλιού Λιμανιού Λεμεσού

Χρύσανθος Χρυσάνθου, Αρχιτέκτονας

Κρατικό Βραβείο Αρχιτεκτονικής 2016 | Κατηγορία Α – Αξιόλογο Αρχιτεκτονικό Έργο

Η ανάπλαση και αξιοποίηση του χερσαίου χώρου του Παλαιού Λιμανιού Λεμεσού, εμπίπτει στην γενικότερη αναβάθμιση του ευρύτερου γειτνιάζοντος τμήματος της πόλης. Αποτελεί την απόληξη/εκτόνωση του επιμήκους παραλιακού μετώπου και της προκυμαίας, προσδοκώντας να λειτουργήσει ως χοάνη υποδοχής αστικών ροών και δραστηριοτήτων. Το κτήριο ολοκληρώθηκε το 2015 και το συνολικό του κόστος ανήλθε στα €16.000.000.00.

Η πρόταση πραγματοποιήθηκε στη βάση ενός ποικιλόμορφου αλλά και ρεαλιστικού σεναρίου χρήσεων το οποίο περιλαμβάνει 20 κτήρια: μουσείο με την ιστορία εξέλιξης του λιμανιού και της γύρω περιοχής, χώρους γραφείων, πολυχώρο με θέμα το κρασί και κάβα γευσιγνωσίας, ψαραγορά με τον κατάλληλο υποστηρικτικό εξοπλισμό, λέσχη για ψαράδες, καταστήματα, γραφεία, εστιατόρια, ταβέρνες, μπαρ και μικρά περίπτερα για εξυπηρέτηση του κοινού. Διαθέτει επίσης εκτεταμένους υπαίθριους χώρους με πλατεία και χώρους περιπάτου που εξελίσσονται πάνω σε ένα ζωντανό δίκτυο κινήσεων και δράσεων. Αυτό περιλαμβάνει την πεζογέφυρα που αποτελεί το οργανωτικό στοιχείο του συγκροτήματος και την υφιστάμενη προκυμαία σύμβολο του ιστορικού παλίμψηστου της πόλης.

Ο εν λόγω χώρος, εμποτισμένος με τις μνήμες του παρελθόντος, αποτελεί ένα μεταβατικό σημείο συνάντησης και συνδιαλλαγής του υδάτινου στοιχείου με τον αστικό ιστό. Πάνω σε αυτή την αλληλεπίδραση κτίζεται με ευαισθησία η αρχιτεκτονική σύνθεση του παλιού λιμανιού. Τα 20 κτήρια οργανώνονται σε ενότητες αναλόγως της θέσης τους σε σχέση με τη θάλασσα, της χρήσης τους, αλλά και του προσανατολισμού τους. Το συγκρότημα αποτελεί συνδυασμό διατηρητέων κτηρίων, προσθηκών και εξ ολοκλήρου καινούριων κτηρίων που συνθέτουν το νέο τοπίο του παλιού λιμανιού. Τα νέα κτήρια συνδυάζουν μια σειρά υλικών όπως ξύλο πέτρα, λευκές επιχρισμένες επιφάνειες και ανεπίχρηστο μπετόν, υλικά τα οποία συνδιαλέγονται άριστα με τις διατηρητέες οικοδομές. Η επιλογή της διατήρησης παλαιών κτήριων της περιοχής γίνεται συνειδητά και βασίζεται σε ένα άξονα ολιστικής οικονομίας πόρων που προβλέπει μια σύγχρονη αειφόρος ανάπτυξη. Σε αυτή την κατεύθυνση λειτουργούν και όλα τα στοιχεία σκιασμού που στοχεύουν στην προστασία των κτηρίων από την ηλιακή ακτινοβολία και την μείωση κατανάλωσης ενέργειας για τον κλιματισμό των εσωτερικών χώρων.

Τις επιμέρους διάσπαρτες κτιριακές μονάδες ενοποιεί, λειτουργικά και οπτικά, η υπερυψωμένη πεζογέφυρα, η οποία λειτουργεί ουσιαστικά σαν ραχοκοκαλιά του συμπλέγματος. Η υπερυψωμένη πεζογέφυρα, έχοντας ως αφετηρία της τον πλατειακό χώρο του συγκροτήματος, αποτελεί τη φυσική συνέχεια της πορείας κατά μήκος της προκυμαίας. Tην ίδια στιγμή η υφιστάμενη ιστορική αποβάθρα προεκτείνεται και στρέφεται προς την πόλη, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια δυναμική πορεία εγκάρσια της λεωφόρου.

Η επιλογή των τριών κτηρίων σε πρόβολο προς την θάλασσα προσφέρει μια μοναδική χωρική αίσθηση και προοπτική του χρήστη προς το υδάτινο στοιχείο. Τα κτήρια αυτά διαθέτουν έντονα μορφολογικά στοιχεία τα οποία προκύπτουν από τον στατικό τους φορέα, μια μεταλλική κατασκευή με τριγωνισμούς. Η παλέτα χρωμάτων και υλικών των συγκεκριμένων κτηρίων αλλά και όλου του συγκροτήματος αποπνέει ένα βιομηχανικό χαρακτήρα που θυμίζει την ιστορία του άλλοτε εμπορικού λιμανιού.

Σε αντιδιαστολή με τους υψηλούς συντελεστές δόμησης που χαρακτηρίζουν το παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού, το κτιριακό σύμπλεγμα του Παλαιού Λιμανιού, διατηρεί μια ανθρώπινη κλίμακα, με κτήρια που δεν ξεπερνούν τους 2 ορόφους σε ύψος, παίρνοντας αφορμή από τα μεγέθη και την αισθητική των υλικών των υφιστάμενων διατηρητέων κτισμάτων. Μια τέτοια προσέγγιση επιτρέπει την ομαλή ένταξη του νέου συγκροτήματος στο συγκεκριμένο τοπίο. Αν και καθόλα σύγχρονο και δυναμικό στην μορφή του το συγκρότημα παραμένει ταπεινό σε ύψος σηματοδοτώντας την πολυσήμαντη φύση του σε σχέση με τη θάλασσα και την πόλη που εξελίσσεται πίσω από αυτό.

Παρά την μέχρι στιγμής παθογενή έλλειψη δημόσιων χώρων εκτόνωσης της αστικής δραστηριότητας στην πόλη της Λεμεσού, η εν λόγω πρόταση αποτελεί την αφορμή για επανεξέταση του ζητήματος μιας υγιούς σχέσης του ανθρώπινου στοιχείου με το δομημένο περιβάλλον, καθώς και της ίδιας της πόλης με τη φύση και εν προκειμένω με τη θάλασσα.

Η οικονομική βιωσιμότητα του χώρου υπήρξε από την αρχή βασικό πλεονέκτημα της συγκεκριμένης αρχιτεκτονικής πρότασης. Το συγκρότημα εντάσσεται φυσικά στον χώρο ενσωματώνοντας σύγχρονες χρήσεις που εγγυούνται έντονη οικονομική δραστηριότητα όπως καταστήματα, γραφεία και εστιατόρια που απευθύνονται σε διαφορετικά είδη χρηστών, ντόπιων και τουριστών. Ταυτόχρονα η παρουσία πολιτιστικών χρήσεων όπως το μουσείο και ο πολυχώρος κρασιού ενισχύουν τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την κυπριακή κουλτούρα και τον πνευματικό πολιτισμό του τόπου.

Η συνέχεια της ιστορία ενός τόπου κρίνεται μεταξύ άλλων στην ικανότητα της αρχιτεκτονικής του να παραμένει σύγχρονη, υπονοώντας το παρελθόν του. Το παλιό λιμάνι Λεμεσού στην νεότερη εκδοχή του πάλλεται ήδη από ζωή. Μέσα από μια αρχιτεκτονική πιο επίκαιρη από ποτέ, μας επιτρέπει καθώς περιηγούμαστε σε αυτό, να διαβάζουμε την ιστορία του αλλά και να διηγούμαστε τις ιστορίες του.