Εύφημος Μνεία: Δημιουργία Κέντρου Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης – Περιοχή Δικτύου NATURA 2000 Αλυκές Λάρνακας

Anastasiou Misseri & Urban Radicals
Aρχιτέκτονες: Μιχάλης Αναστασίου, Στέφανη Μισέρη, Ήρα Σαββίδη, Νάσιος Βαρνάβα

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ
Το Κέντρο Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης στις Αλυκές Λάρνακας αποτελεί έναν δημόσιο χώρο μάθησης και επίσκεψης που απευθύνεται στους κατοίκους της Λάρνακας αλλά και το ευρύτερο κοινό επισκεπτών, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η χωροθέτηση ενός αρχιτεκτονικού έργου μέσα σε ένα τόσο εύθραυστο και σημαντικό οικοσύστημα αντιμετωπίζεται με γνώμονα τη χαμηλή όχληση. Έπειτα από εκτενή έρευνα και μελέτη της υλικότητας και της ιστορίας του τοπίου, η πρόταση επιδιώκει να αντλήσει από αυτές τις ποιότητες, ροές χρόνου και εμπειρίες, και να ενσωματώσει μια συνθετική τεκτονική γλώσσα που να αποτυπώνει την ουσία του τόπου.

Η αρχιτεκτονική σύνθεση ενισχύεται μέσω αναφορών στην πολιτιστική κληρονομιά του τοπίου ως ιερού χώρου από την αρχαιότητα έως την νεότερη ιστορία παραγωγής αλατιού, ενώ παράλληλα αναγνωρίζει τη μνήμη του παλαιού Λεπροκομείου και την προτεινόμενη μεταμόρφωση των Αλυκών από περιφέρεια σε κεντρικό πνεύμονα ευεξίας. Στόχος, η επανασύνδεση του ανθρώπου με τη φύση, με ιδιαίτερη έμφαση στην χλωρίδα, την πανίδα, τα ενδημικά είδη και τα μεταναστευτικά πουλιά.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΠΙΟΥ
Αντιλαμβανόμαστε τον όρο “οικολογία” ως τη δημιουργία ενός τόπου “κατοίκησης” μέσα σε ένα ευρύτερο σύστημα σχέσεων: φυσικών, κοινωνικών, υλικών και χωρικών. Η έννοια αυτή μεταφράζεται μέσα από προσεκτική και ευαίσθητη ένταξη στο τοπίο, με ηπιότητα, σαφή προσανατολισμό και υλικότητα που συνομιλεί με τις Αλυκές. Η πρόταση αντιμετωπίζει το τοπίο ως συνέχεια της περιπατητικής διαδρομής, η οποία εκτείνεται από τον υπαίθριο χώρο στο εσωτερικό του κτιρίου και επιστρέφει στο τοπίο, με κατάβαση προς τις Αλυκές.

Η στρατηγική της αρχιτεκτονικής τοπίου βασίζεται στις αρχές του σχεδιασμου με ελάχιστες επιπτώσεις (low impact design), ως πλέγμα ήπιων επεμβάσεων, με ζώνες διαφορετικής έντασης χρήσης και με έλεγχο οχημάτων, θορύβου, σκόνης και φωτορύπανσης. Στις ροές εντάσσεται το πτηνοπαρατηρητήριο, εκμεταλλευόμενο την υψομετρική διαφορά, διαμορφώνοντας ένα λιτό χώρο για παρατήρηση, χωρίς να επιβαρύνει την υφιστάμενη θέα. Οι εργασίες εξελίσσονται σε φάσεις, ώστε να αποφεύγονται οι ευαίσθητες περίοδοι του υγροτόπου. Το τοπίο σχεδιάζεται ως ένα ανοιχτό σύστημα που εξελίσσεται στον χρόνο, ενσωματώνοντας το κτήριο ως μέρος μιας ευρύτερης σχέσης μεταξύ φύσης, εκπαίδευσης και εμπειρίας.

ΤΟ ΚΤΗΡΙΟ ΩΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗ
Κεντρική ιδέα της πρότασης είναι η ενσωμάτωση της διαδρομής περιήγησης στο ίδιο το κτήριο. Το κτήριο λειτουργεί γραμμικά ως μια συνεχής πορεία ανάμεσα στην πόλη και τις Αλυκές, φέρνοντας το τοπίο στο εσωτερικό και επανασυνδέοντας τον επισκέπτη με το ευρύτερο περιβάλλον. Η περιήγηση δεν ορίζεται ως μία αυστηρά προκαθορισμένη πορεία, αλλά μια ήρεμη περιπλάνηση που επιτρέπει τη σταδιακή ανακάλυψη, μέσα από διαδοχικά κατώφλια, στάσεις, οπτικές φυγές και εξωτερικούς χώρους.

Η απόλυτη οριζοντιότητα του εδάφους οδηγεί σε έναν όγκο που εναρμονίζεται με το τοπίο και ταυτόχρονα προβάλλεται διακριτικά από αυτό, για να ορίσει τη διαδρομή και τις στάσεις του επισκέπτη. Από τον βόρειο χώρο στάθμευσης, η κίνηση αναπτύσσεται σε μια ήπια ράμπα που καταλήγει σε μια καθαρή τομή του όγκου, η οποία σηματοδοτεί την είσοδο. Ακολουθεί ένας κεντρικός χώρος άφιξης και προσανατολισμού που κατευθύνει τον επισκέπτη στις επιμέρους λειτουργίες. Παράλληλα, προβλέπονται είσοδοι από τον νότο, ως συνέχεια της διαδρομής που ανεβαίνει από την Αλυκή προς το κτήριο, και από τα δυτικά, σε σχέση με τον αστικό ιστό.

Η οπτική συνέχεια προς την Αλυκή δημιουργεί μία διαμπερή διαδρομή περνώντας μέσα και έξω από το κτήριο, πλαισιώνοντας το τοπίο και φέρνοντάς το σε άμεση σχέση με τον επισκέπτη. Με μεγάλες τομές στη μορφή και με μικρότερες διαδρομές και ανοίγματα που χαράσσονται μέσα στον κεντρικό όγκο, διαμορφώνεται μια ακολουθία διαδοχικών μεταβάσεων, εντάσσοντας το κτήριο στο ευρύτερο σύνολο του τόπου, σε απόλυτη συνάφεια με το φυσικό περιβάλλον.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στη χωρική οργάνωση της καφετέριας και του στεγασμένου υπαίθριου χώρου, ως ζώνης μετάβασης μεταξύ κτηρίου και τοπίου. Η καφετέρια επεκτείνει τη λειτουργία της προς τον υπαίθριο χώρο κατά τους θερινούς μήνες, ενώ η ανεξάρτητη πρόσβασή της επιτρέπει τη χρήση της και όταν το Κέντρο είναι κλειστό. Επιπρόσθετα, ο στεγασμένος υπαίθριος χώρος λειτουργεί ως ευέλικτη υποδομή εκπαίδευσης, στάσης και παραμονής επισκεπτών. Στο κέντρο του, κάτω από την κυκλική τομή του στεγάστρου, ενσωματώνεται υδάτινο στοιχείο συλλογής όμβριων υδάτων, το οποίο, μέσω φυσικής διήθησης και εξάτμισης, αποτυπώνει την εποχιακή μεταμόρφωση του τοπίου των Αλυκών.

ΜΟΡΦΗ: ΒΑΣΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ
Το κτηριολογικό πρόγραμμα οργανώνεται σε σχέση με τα όρια και τις παρακείμενες επαφές του οικοπέδου, το τοπίο, το φως και τις θέες. Με βάση τα όρια του οικοπέδου, τον περιορισμό στο ύψος και τον καταλληλότερο προσανατολισμό, η βασική γεωμετρία ορίζεται ως ένας απλός ορθογώνιος όγκος.

Εντός αυτού, τρεις επιμέρους όγκοι (σχ. 1) οργανώνουν τις βασικές λειτουργίες και ορίζουν έναν κεντρικό άξονα κίνησης που επεκτείνεται από και προς το τοπίο. Ο άξονας αυτός λειτουργεί ως το στοιχείο οργάνωσης της περιπατητικής εμπειρίας, εντάσσοντας τους χώρους ως διαδοχικά “δωμάτια” μιας ευρύτερης διαδρομής.
Η βασική τομή ορίζεται από την κλίση της οροφής: από ύψος 5 μ. έως 3 μ., η οποία επεκτείνεται κατά μήκος του δρόμου (σχ. 2).

Ο όγκος αρθρώνεται με αφαιρέσεις και εγκοπές που εισάγουν το φως, τη θέα και το τοπίο ενώ συνάμα οργανώνουν την κίνηση στο κτήριο.Τρεις κύριες αφαιρέσεις οργανώνουν το κτήριο (σχ.3):
i. Η πρώτη στην βορειοανατολική πλευρά ορίζει την κύρια είσοδο ως σαφές σημείο άφιξης.
ii. Η δεύτερη διαμορφώνει ένα γενναιόδωρο βορειοδυτικό κήπο στην καρδιά του κτιρίου, ενσωματώνοντας το άνοιγμα του ορίου του οικοπέδου και τα μεγάλα υφιστάμενα δέντρα.
iii. Η τρίτη, στον νότο, διαμορφώνει έναν στεγασμένο υπαίθριο χώρο με θέα προς την Αλυκή, ο οποίος λειτουργεί και ως εκπαιδευτικός και ψυχαγωγικός υπαίθριος καλυμμένος χώρος. 

Στο εσωτερικό, μια κεντρική αφαίρεση ορίζει τον άξονα που συνδέει τους τρεις επιμέρους όγκους που οργανώνουν τις βασικές λειτουργίες (σχ.4). Ο άξονας λειτουργεί ως κύρια ροή από και προς το τοπίο και και λειτουργεί ως προθάλαμος των τριών προγραματικών ενοτήτων, με σαφή προσανατολισμό και οπτικές φυγές. Μια σειρά αφαιρέσεων και υποτομών ορίζει τη μικροκλίμακα, δηλαδή τον τρόπο που το σώμα συναντά το κτήριο, μέσα από ανοίγματα, κατώφλια και σκιασμένους χώρους (σχ.5). Οι χειρονομίες αυτές φιλτράρουν το φως, κατευθύνουν τις θέες και δημιουργούν προστατευμένες στάσεις κάτω από το κτήριο, με σκιά το καλοκαίρι και προστασία από άνεμο και βροχή τον χειμώνα. Το αποτέλεσμα είναι ένας ενιαίος, ήρεμος όγκος, που διαβάζεται ταυτόχρονα ως μέρος μιας διαδρομής και ως ένα σύνολο μικρότερων, οικείων χώρων.

ΔΟΜΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΉΣ
Ο στατικός φορέας του κτηρίου διαμορφώνεται ως ένα υβριδικό σύστημα οπλισμένου σκυροδέματος και μεταλλικών στοιχείων, το οποίο υποστηρίζει με σαφήνεια την αρχιτεκτονική σύλληψη και τη λειτουργική οργάνωση του κτιρίου. Τα κύρια κατακόρυφα στοιχεία από οπλισμένο σκυρόδεμα εξασφαλίζουν τη δομική ακαμψία, τη φέρουσα ικανότητα και την αποτελεσματική ανάληψη των κατακόρυφων και οριζόντιων φορτίων.

Παράλληλα, τα μεταλλικά στοιχεία ενσωματώνονται επιλεκτικά για τη διαμόρφωση μεγάλων ανοιγμάτων, προεξοχών, οπών για φυσικό φωτισμό και αερισμό, προσδίδοντας ευελιξία στη μορφή. Η συνέργεια σκυροδέματος και μετάλλου δεν είναι μόνο κατασκευαστική, αλλά και εκφραστική: το σκυρόδεμα αποδίδει τη σταθερότητα και τη μονιμότητα του φορέα, ενώ το μέταλλο εισάγει την ελαφρότητα και την αρχιτεκτονική άρθρωση. Οι τοιχοποιίες υλοποιούνται με χαμηλής ενέργειας άνθρακα (low carbon) μπλοκ και σχεδιάζονται για εύκολη συναρμολόγηση και αποσυναρμολόγηση, ώστε να υποστηρίζεται η προσαρμογή στον χρόνο.

Με τη χρήση αυτού του καινοτόμου συστήματος επιτυγχάνεται η κατασκευή στατικών πλακών μειωμένου βάρους. Η μείωση του βάρους συμβάλλει στη βελτίωση της σεισμικής συμπεριφοράς, επιτρέπει μεγαλύτερα ανοίγματα και προσφέρει αυξημένη ευελιξία στη διαμόρφωση των χώρων.

ΥΛΙΚΟΤΗΤΑ
Η επιλογή μεθόδων και υλικών γίνεται με γνώμονα τη χαμηλή όχληση και τη στενή σχέση με το τοπικό περιβάλλον. Παραδοσιακές τεχνικές και χρωματικές αποχρώσεις από το έδαφος της περιοχής επανερμηνεύονται, ευθυγραμμίζοντας την υλική παλέτα με τις γήινες τονικότητες και τη συνολική οικολογία των Αλυκών. Τοπικής προέλευσης υλικά υψηλής απόδοσης και χαμηλού ενεργειακού αποτυπώματος, συνδιάζοντε με βιοκλιματικό σχεδιασμό αξιοποιώντας σύγχρονες τεχνικές δόμησης. Το αποτέλεσμα είναι μια σύγχρονη, βιώσιμη και οικονομικά αποδοτική κατασκευαστική πρόταση, με στόχο να λειτουργήσει και ως πρότυπο παράδειγμα δόμησης.

ΥΛΙΚΟΤΗΤΑ: ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ
Η υλικότητα οργανώνεται σε τρεις οριζόντιες στάθμες αναφοράς (datum lines), από το έδαφος έως τη στέγη. Η πρώτη είναι το βάθρο από τοπικό ασβεστόλιθο (Κυβίδες), που ανυψώνει ελαφρώς το κτήριο και λειτουργεί ως ανθεκτική βάση απέναντι στην υγρασία, την αλμύρα και τη φθορά της καθημερινής χρήσης και ορίζει μια σταθερή χρωματική βάση. Πάνω από το βάθρο αναπτύσσεται η κύρια στάθμη των τοίχων, από συμπιεσμένα χωμάτινα δομικά μπλοκ (stabilsed compressed earth blocks), τα οποία αποκαλύπτονται στις αφαιρέσεις του όγκου. Πρόκειται για προκατασκευασμένα στοιχεία τοιχοποίας με μειωμένο ενσωματωμένο ανθρακικό αποτύπωμα σε σχέση με τα συμβατικά τσιμεντομπλόκ. Η τρίτη στάθμη είναι τα εμφανή δομικά στοιχεία με οπλισμένο σκυρόδεμα που τυλίγει το κτήριο με μία περιμετρική δοκό υπόλευκης τονικότητας ως ενοποιητικό στοιχείο. Τέλος, το κτήριο επενδύεται με μεταλλικά φύλλα τοποθετημένα με την μέθοδο standing seam, δίνοντας την αίσθηση ενιαίου, σύγχρονου και λιτού κελύφους, με έντονη κατακόρυφη άρθρωση. Οι σκληρές επιφάνειες γύρω από το κτήριο επιστρώνονται με βοτσαλωτό δάπεδο, το οποίο συνεχίζεται στο εσωτερικό σε γυαλισμένη εκδοχή, υποδηλώνοντας τη μετάβαση από το έξω στο μέσα.

ΥΛΙΚΟΤΗΤΑ: ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ
Η υλικότητα των εσωτερικών χώρων ακολουθεί τη λογική του περιπάτου, μεταφέροντας σταδιακά το τοπίο των Αλυκών στο εσωτερικό. Ο χώρος εισόδου λειτουργεί ως ανοιχτό σημείο άφιξης για μεγάλη ροή επισκεπτών και ομάδες μαθητών, με ανθεκτικά υλικά χαμηλής συντήρησης: τοίχους από συμπιεσμένα χωμάτινα δομικά μπλοκ, ενιαίο χυτό μωσαϊκό δάπεδο και ξύλινη επένδυση οροφής σε γήινες τονικότητες. Από το σημείο άφιξης, η κίνηση διακλαδώνεται στις τρεις ενότητες. Καφετέρια, αποχωρητήρια και γραφεία, και χώροι εκπαίδευσης, εργαστηρίων και προβολών, οργανώνονται με θερμότερη παλέτα από κόντρα πλακέ πεύκου και ξύλινο δάπεδο, που βελτιώνει την ακουστική και διατηρεί μια ήρεμη, καθημερινή αίσθηση. Η τρίτη ενότητα οδηγεί στους πολιτιστικούς και λοιπούς εμπορικούς χώρους: αίθουσα εκθεμάτων, κατάστημα, βιβλιοθήκη. Στην αίθουσα εκθεμάτων προτείνεται δάπεδο από αμμοβολημένο γυαλί με φωτισμό από κάτω, ενώ οι τοίχοι και η οροφή επενδύονται με ακουστικό σοβά σε ελαφρώς σκουρότερο τόνο.

ΑΙΘΟΥΣΑ ΕΚΘΕΜΑΤΩΝ
Ο εκθεσιακός χώρος αποτελεί συνέχεια της ιδέας του κτιρίου ως περιπάτου. Οργανώνεται ως πορεία σε μια απλή δεξιόστροφη καμπύλη που συνδέεται άμεσα με την υποδοχή, το εκδοτήριο και το κατάστημα. Η γραμμική πορεία αναπτύσσεται γύρω από ένα κεντρικό μεταβλητό στοιχείο και διαμορφώνει μια καθαρή ροή αφήγησης. Το μεταβλητό στοιχείο εμποδίζει την συνολική πρόσληψη του μικρού εκθεσιακού χώρου, επιφυλάσσοντας εκπλήξεις και διαφορετικές, εναλλασσώμενες εκθεσιακές ποιότητες κατά μήκος της πορείας. Η υλικότητα παραπέμπει στις Αλυκές, στο αλάτι και στις κοκκώδεις υφές του εδάφους. Η μόνιμη έκθεση αναπτύσσεται στους πλευρικούς τοίχους, ενώ το κεντρικό στοιχείο λειτουργεί ως ευέλικτη υποδομή για περιοδικές ενότητες, κρατώντας τον χώρο ενεργό και διαχρονικό.