Γ΄ Βραβείο: Δημιουργία Κέντρου Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης – Περιοχή Δικτύου NATURA 2000 Αλυκές Λάρνακας

Αρχιτέκτονες: Μιχάλης Πιρόκκας, Κλέλια Σίσκα, Αρσένιος Ζαχαριάδης

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
Η πρόταση αφορά τον σχεδιασμό του Κέντρου Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης (ΚΕΠ) στις Αλυκές Λάρνακας, με στόχο τη δημιουργία ενός δημόσιου, ανοικτού κτηρίου και ενός πάρκου που λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα, σε άμεση σχέση με το ευαίσθητο φυσικό τοπίο των Αλυκών. Το κτήριο του ΚΠΕ δεν αντιμετωπίζεται ως αυτόνομο αντικείμενο, αλλά ως υποδομή παρατήρησης και κατανόησης του τοπίου, ενισχύοντας τη βιωματική μάθηση μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον.

Κεντρική ιδέα του σχεδιασμού είναι η οργάνωση του προγράμματος σε τρία διαμπερή pavilions, τα οποία φιλοξενούν τους βασικούς λειτουργικούς χώρους του Κέντρου και τοποθετούνται μέσα στο πάρκο, επιτρέποντας στη φύση να τα περιβάλλει περιμετρικά. Τα pavilions συνδέονται μεταξύ τους μέσω ημιυπαίθριων και υπαίθριων μεταβάσεων, διαμορφώνοντας μια χωρική εμπειρία συνεχούς εναλλαγής “μέσα – έξω”. Οι διαρκείς οπτικές φυγές προς το πάρκο και το τοπίο των Αλυκών ενισχύουν την αίσθηση ότι η αρχιτεκτονική αποτελεί προέκταση της φύσης και όχι διακριτό όριό της.

Τα pavilions ενοποιούνται κάτω από ένα ενιαίο στέγαστρο, ένα εδαφικό σώμα που αναπτύσσεται κατά μήκος της επιτρεπόμενης ζώνης δόμησης. Το στέγαστρο λειτουργεί ως συνεχής επιφάνεια σκίασης και δημιουργίας στεγασμένων χώρων, συνδέοντας εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους και απαντώντας με βιοκλιματικό τρόπο στο μεσογειακό κλίμα της Λάρνακας. Η βαριά, αδρή μορφή του παραπέμπει σε ορυκτό στοιχείο, εμπνευσμένο από τη μορφολογία των βουνών αλατιού και τον τρόπο εξόρυξής τους, ενισχύοντας την ένταξη του κτιρίου στο προστατευόμενο τοπίο NATURA 2000.

Διαγράμματα Κεντρικής Σχεδιαστικής Ιδέας

ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΠΙΟΤΕΧΝΗΣΗΣ
Η πρόταση τοπιοτέχνησης του πάρκου ΚΕΠ βασίζεται στην αρχή της ελάχιστης επέμβασης και στη διατήρηση της οικολογικής συνέχειας του τοπίου των Αλυκών. Το πάρκο οργανώνεται σε τρεις φυτευτικές ζώνες που αντανακλούν τη σταδιακή μετάβαση από το παραθαλάσσιο περιβάλλον προς την ενδοχώρα.

Η 1η ζώνη χαρακτηρίζεται από ήπια αλατότητα και έμμεση επίδραση αλατονέφωσης, φιλοξενώντας ανθεκτική βλάστηση προσαρμοσμένη σε άνεμο και περιορισμένη υγρασία. Η 2η ζώνη λειτουργεί ως μεταβατικό φίλτρο, με μεσογειακούς θάμνους και μικρά δέντρα που ενισχύουν τη βιοποικιλότητα και προστατεύουν το εσωτερικό τοπίο. Η 3η ζώνη, πιο προστατευμένη, αναπτύσσεται ως χώρος σκίασης και παραμονής, με μεγαλύτερα δέντρα και πλουσιότερη βλάστηση.

Η διαχείριση του τοπίου περιλαμβάνει τον έλεγχο των επεμβατικών ειδών, την προστασία των υφιστάμενων αυτοφυών δέντρων και τη ρύθμιση της υπερβολικής βλάστησης, με στόχο την ανάδειξη των τοπικών οικοτόπων και της φυσικής ποικιλότητας της περιοχής. Η χάραξη των διαδρομών βασίζεται στην αξιοποίηση της υφιστάμενης κύριας κυκλοφορίας και των ήδη διαμορφωμένων ανοιγμάτων στη φύτευση, περιορίζοντας στο ελάχιστο τη διατάραξη του εδάφους και την όχληση του φυσικού περιβάλλοντος.

Παράλληλα, οι επιφάνειες των κτηρίων που πρόκειται να κατεδαφιστούν επαναχρησιμοποιούνται για τη χωροθέτηση επιμέρους κατασκευών, όπως το παρατηρητήριο και το στέγαστρο του υπαίθριου χώρου εκπαίδευσης και ψυχαγωγίας, ενισχύοντας μια λογική βιώσιμης και συνεκτικής αξιοποίησης του χώρου. Η κυκλοφορία οχημάτων, συμπεριλαμβανομένων αυτοκινούμενων, οργανώνεται μέσω διαδρομών από ελαφριά και διαπερατά υλικά, κατάλληλα για ήπια και ελεγχόμενη χρήση, με στόχο τη διατήρηση του φυσικού χαρακτήρα του τοπίου.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΤΗΡΙΟΥ
Η λειτουργική οργάνωση του Κέντρου Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης βασίζεται στη σαφή ομαδοποίηση του κτιριολογικού προγράμματος σε τρία διακριτά pavilions, τα οποία αντιστοιχούν στις βασικές ενότητες Εκπαίδευση – Υποδοχή – Έρευνα. Η διάταξη των pavilions μια λογική χρήσης με την τοποθέτηση της “Υποδοχής” ανάμεσα στα άλλα δύο ως κόμβου συνάντησης και κυκλοφορίας. Το pavilion της Υποδοχής λειτουργεί ως το κύριο σημείο εισόδου και πρώτης επαφής με το Κέντρο. Η είσοδος διαμορφώνεται ως ένας μεγάλος ενιαίος χώρος που φιλοξενεί το κατάστημα και τον χώρο υποδοχής, επιτρέποντας την άμεση αντίληψη της συνολικής οργάνωσης του κτηρίου και τη φυσική κατανομή της κίνησης προς τις υπόλοιπες ενότητες.

Το pavilion της Εκπαίδευσης περιλαμβάνει την Αίθουσα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, την Αίθουσα Εκθεμάτων και την Αίθουσα Προβολών και Διαλέξεων, οι οποίες οργανώνονται ως ένα συμπληρωματικό σύνολο. Η Αίθουσα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης βρίσκεται σε άμεση σχέση με το πάρκο, ενισχύοντας τη βιωματική διάσταση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η Αίθουσα Εκθεμάτων λειτουργεί ως η “εσωτερική” συνέχεια του τοπίου, φιλοξενώντας διαδραστικά μέσα παρουσίασης, όπως το περισκόπιο και ο ψηφιακός χάρτης της έκτασης των Αλυκών. Ανάμεσα στους δύο αυτούς χώρους, η Αίθουσα Προβολών και Διαλέξεων λειτουργεί ως ευέλικτος ενδιάμεσος χώρος, ικανός να υποστηρίξει διαφορετικές εκπαιδευτικές και ψυχαγωγικές δράσεις. Το pavilion της Έρευνας οργανώνεται σε πιο ελεγχόμενους χώρους, με σαφή διαχωρισμό από τις δημόσιες λειτουργίες, διατηρώντας παράλληλα λειτουργική και χωρική σύνδεση με το σύνολο του Κέντρου.

Διάγραμμα Οργάνωσης Κτιριολογικού Προγράμματος

Η κίνηση στο σύνολο του ΚΠΕ χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και συνέχεια, με άμεση και ευανάγνωστη μετάβαση από τον έναν χώρο στον άλλο. Αντί της συμβατικής οργάνωσης με κλειστούς διαδρόμους, επιλέγεται η ελαχιστοποίηση των χώρων κυκλοφορίας και η αντικατάστασή τους από ευρύχωρους, στεγασμένους και ημιυπαίθριους ενδιάμεσους χώρους, οι οποίοι λειτουργούν ως ενεργοί κοινόχρηστοι χώροι στάσης, παραμονής και δραστηριοτήτων, επεκτείνοντας ουσιαστικά το λειτουργικό αποτύπωμα του κτιρίου.

Η φυσική κλίση του εδάφους, της τάξης του ενός μέτρου, αξιοποιείται για τη χωροθέτηση του υπαίθριου αμφιθεάτρου και για τη διαμόρφωση της περιοχής εισόδου ως ήπια κεκλιμένου, αμφιθεατρικού χώρου στάσης και συγκέντρωσης επισκεπτών. Η διαμόρφωση εξασφαλίζει πλήρη προσβασιμότητα για άτομα με αναπηρία, ενώ παράλληλα αποφεύγονται εκτεταμένες επεμβάσεις στο φυσικό ανάγλυφο.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ & ΥΛΙΚΑ ΚΤΗΡΙΟΥ ΚΕΠ
Η κατασκευαστική λογική του κτιρίου βασίζεται σε ένα ενιαίο και σαφές δομικό σύστημα, το οποίο εξασφαλίζει τόσο τη στατική όσο και την αρχιτεκτονική του συγκρότηση. Το δομικό σύστημα στο σύνολο του κτηρίου αποτελείται από την κυψελωτή πλάκα του στεγάστρου, η οποία λειτουργεί ως το κύριο φέρον οριζόντιο στοιχείο, και από τα τοιχία από οπλισμένο σκυρόδεμα, που διαμορφώνουν τα φέροντα κατακόρυφα στοιχεία.

Το στέγαστρο αναπτύσσεται κατά μήκος της επιτρεπόμενης ζώνης δόμησης, ενοποιώντας τα τρία pavilions και τους ενδιάμεσους ημιυπαίθριους σε ένα ενιαίο σύνολο. Η μορφή και το πάχος του προκύπτουν άμεσα από τη στατική του σύσταση, η οποία βασίζεται σε δύο επίπεδα χύτευσης – την κυψελωτή πλάκα και το ελαφροσκυρόδεμα. Η αδρή επιφάνειά του, αποτέλεσμα της χύτευσης πάνω σε ακανόνιστη άμμο, παραπέμπει σε ένα εδαφικό, ορυκτό στοιχείο και ενισχύει τη σχέση του κτηρίου με το φυσικό τοπίο των Αλυκών.

Η διάταξη των τοιχίων οπλισμένου σκυροδέματος ακολουθεί τη λειτουργική οργάνωση των χώρων, δημιουργώντας μεγάλες ελεύθερες επιφάνειες και διαμπερότητα, αλλά και σαφή όρια μεταξύ των διαφορετικών χρήσεων. Εξωτερικά, τα τοιχία επενδύονται με σύστημα αλουμινίου που λειτουργεί ως φίλτρο μεταξύ κτηρίου και τοπίου, επιτρέποντας την αντανάκλαση της βλάστησης και του φωτός και μειώνοντας την οπτική παρουσία των όγκων.

ΦΥΤΕΥΣΗ & ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΦΩΤΙΣΜΟΥ
Η φύτευση έχει σχεδιαστεί με σεβασμό στη φυσική αξία της περιοχής NATURA 2000 των Αλυκών Λάρνακας. Χρησιμοποιούνται φυτά που απαντούν φυσικά στην Κύπρο και είναι προσαρμοσμένα στο τοπικό περιβάλλον, ώστε το τοπίο να λειτουργεί ως συνέχεια των φυσικών οικοτόπων. Με ήπιες παρεμβάσεις, προστασία της υπάρχουσας βλάστησης και αποφυγή ξενικών ειδών, το πάρκο αναδεικνύει τη βιοποικιλότητα και επιτρέπει στη φύση να εξελίσσεται με τον δικό της ρυθμό.

Η στρατηγική φωτισμού για το Κέντρο Περιβάλλοντος και τα μονοπάτια βασίζεται σε διαβαθμισμένη, οικολογικά ευαίσθητη προσέγγιση, σε συνάρτηση με τη σχέση κάθε διαδρομής με το υγροτοπικό σύστημα. Ο φωτισμός εφαρμόζεται αποκλειστικά όπου είναι απολύτως απαραίτητος, κυρίως κατά μήκος των κύριων διαδρομών και σε σημεία που σχετίζονται με την ασφάλεια, εξασφαλίζοντας προσανατολισμό χωρίς διατάραξη της νυχτερινής σκοτεινότητας, κρίσιμης για τα είδη του Natura 2000 και του Υγροτόπου Ramsar. Εφαρμόζεται χαμηλής έντασης, πλήρως αποκομμένος και θερμός φωτισμός, με αυστηρό έλεγχο, μηδενική φωτορύπανση προς τη λίμνη και σεβασμό στη φυσική και αρχιτεκτονική κλίμακα του τοπίου, διαμορφώνοντας ένα ισορροπημένο, ήπιο νυχτερινό περιβάλλον φωτός.

ΒΙΟΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ & Η/Μ
Η βιοκλιματική στρατηγική του Κέντρου Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης βασίζεται στην προσαρμογή του κτιρίου στο έντονο μεσογειακό κλίμα της Λάρνακας, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλή ηλιοφάνεια, αυξημένες θερινές θερμοκρασίες και ήπιους χειμώνες. Κεντρικός στόχος του σχεδιασμού είναι η εξασφάλιση συνθηκών θερμικής άνεσης μέσω παθητικών μέσων, περιορίζοντας την ανάγκη για μηχανικά συστήματα.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την προσέγγιση διαδραματίζει το εκτεταμένο στέγαστρο, το οποίο οργανώνει ένα συνεχές περιβάλλον σκίασης και δημιουργεί στεγασμένους και ημιυπαίθριους χώρους που λειτουργούν ως ενδιάμεση κλιματική ζώνη μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού. Η διάσπαση του κτιρίου σε τρία pavilions και η απουσία κλειστών διαδρόμων ενισχύουν τη φυσική διαμπερότητα και τον φυσικό αερισμό, επιτρέποντας την αξιοποίηση των επικρατούντων ανέμων και τη φυσική ανανέωση του αέρα. Παράλληλα, η χρήση συμπαγών στοιχείων από σκυρόδεμα προσδίδει θερμική μάζα στο κτήριο, συμβάλλοντας στη σταθεροποίηση της εσωτερικής θερμοκρασίας.

 

Η βιοκλιματική στρατηγική επεκτείνεται και στον σχεδιασμό του υπαίθριου χώρου, με χρήση τοπικών φυτικών ειδών και υδατοπερατών επιφανειών σε όλες τις μη φυτεμένες επιφάνειες. Το σύνολο του Κέντρου, κτήριο και πάρκο, λειτουργεί ως ένας ενιαίος βιοκλιματικός μηχανισμός που διαμορφώνει ένα τοπικό μικροκλίμα αυξημένης θερμικής άνεσης, λειτουργώντας ως όαση για την πόλη της Λάρνακας και ως δημόσιος χώρος περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης.

Η ενεργειακή στρατηγική του Κέντρου ενισχύεται μέσω της ενσωμάτωσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αποδοτικών ηλεκτρομηχανολογικών συστημάτων. Η θέρμανση και η ψύξη καλύπτονται από αντλία θερμότητας υψηλής απόδοσης, μειώνοντας την κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας, ενώ φωτοβολταϊκά στοιχεία συμβάλλουν στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για την κάλυψη μέρους των λειτουργικών αναγκών του κτιρίου. Παράλληλα, προβλέπεται σύστημα συλλογής ομβρίων υδάτων από το στέγαστρο για την άρδευση του περιβάλλοντος χώρου, καθώς και επαναχρησιμοποίηση γκρίζων υδάτων για μη πόσιμες χρήσεις. Ο συνδυασμός παθητικών και ενεργητικών συστημάτων διαμορφώνει ένα ολοκληρωμένο, ενεργειακά αποδοτικό και περιβαλλοντικά υπεύθυνο μοντέλο λειτουργίας.