el
el

Πρέπει ο ναός μου…

Χάρης Φεραίος. Διδάκτωρ Αρχιτεκτονικής Μορφολογίας και Ρυθμολογίας τού ΕΜΠ

Η σκηνή είναι από τον Φάουστ τού Γκαίτε: Θέλοντας εκεί ο φιλοσοφών Φάουστ να μεταφράσει στα (αγαπημένα του) γερμανικά την ελληνική λέξη «λόγος» (από το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, «εν αρχή ην ο λόγος») εξ ανάγκης κάνει χρήση τριών λέξεων τής γλώσσας του: Πρώτα λέει «στην αρχή ήταν η λέξη», μετά λέει «η δύναμη», καταλήγει όμως στην «πράξη», λέγοντας «στην αρχή ήταν η πράξη»!

Έναν αιώνα μετά τον Γκαίτε, Γάλλος ποιητής, κριτικός τής τέχνης και φιλόσοφος, ο Πωλ Βαλερύ, εξειδικεύει την «πράξη», ως έννοια πια, σε μιαν από τις τέχνες, την Αρχιτεκτονική, σ’ ένα του «διάλογο» (κατά μίμηση πλατωνικών) με τίτλο, «Ευπαλίνος ή ο Αρχιτέκτων», που γίνεται μεταξύ Σωκράτη και Φαίδρου. Λέει εκεί ο Βαλερύ, πως η «πράξη» και μόνη, εξειδικεύεται ως ο «συγκερασμός πάθους» αφ’ ενός «και λογικής» αφ’ ετέρου, (όπως λέει στον Σωκράτη ο Φαίδρος). Καταλήγει δε, πως «απ’ όλες τις πράξεις η τελειότερη είναι το χτίσιμο»! Γι’ αυτό και ο περί πράξης «διάλογος» περιστρέφεται γύρω από τον Ευπαλίνο, που είναι Αρχιτέκτων, και την πράξη του, την Αρχιτεκτονική.

Κεντρική ιδέα στον διάλογο αυτό, είναι η αντιπαραβολή ανάμεσα στη γνώση, (τη λογική), που εκπροσωπεί ο Σωκράτης, και την πράξη που (δια τού Ευπαλίνου) εκπροσωπεί ο Φαίδρος. Ανάμεσα δηλ. «είναι» και «γίγνεσθαι»! Αλλά το «είναι» δίχως το «γίγνεσθαι» δεν νοείται. Γι’ αυτό άλλωστε επιλέγεται ως κυρίαρχη τέχνη στον διάλογο η Αρχιτεκτονική, αφού αυτή μετέχει και στο είναι και στο γίγνεσθαι! Διότι, όπως αργότερα αποφάνθηκε (σ’ εμάς,) και ο Μιχελής, η Αρχιτεκτονική είναι τέχνη και τού χώρου και τού χρόνου, δηλ. τού χωροχρόνου. Ο δε Schlegel,1* είπε ότι, «το αρχιτεκτόνημα είναι μαρμαρωμένη μουσική» και «το μουσούργημα, αποτελεί κινούμενη αρχιτεκτονική»!2*

Κορυφαία λοιπόν, κατά τον Φαίδρο, έκφραση τής «πράξης» είναι η Αρχιτεκτονική. Και κορυφαία πράξη της, συμπεραίνει ακολούθως ο Βαλερύ, είναι η σύνθεση ενός ναού. Για το κυρίαρχο αυτό έργο τής αρχιτεκτονικής δημιουργίας γενικά, είχαν ο Ευπαλίνος και ο Φαίδρος, πολλές συζητήσεις. Εκείνο που ως κατάληξη τών συζητήσεών τους μεταφέρει στον Σωκράτη ο Φαίδρος, είναι ο εξής καίριος λόγος τού Ευπαλίνου: «Πρέπει» έλεγε ο Ευπαλίνος «ο ναός μου να κινεί τους ανθρώπους, όπως τους κινεί το πλάσμα που αγαπούν»! Ιδού λοιπόν η (μουσική) «κίνηση» τού αρχιτεκτονήματος, και ιδού το μέγα νόημα τής αρχιτεκτονικής σύνθεσης ενός ναού…

Ιδού τώρα και το κρίσιμο ερώτημα: Έχουν, στα τελευταία χρόνια, πλήθος ναοί κτιστεί στον τόπο μας. Συντριπτική πλειοψηφία τών οποίων θεωρείται παρ’ ημίν, και ως «βυζαντινής τεχνοτροπίας» ή χειρότερα, «βυζαντινού», χείριστα δε, «νεοβυζαντινού ρυθμού»! Υπάρχει όμως, έστω και ένας απ’ αυτούς τους «ναούς», που να μπορεί να θεωρηθεί, κατά πώς το λέει ο Βαλερύ, «κορυφαία πράξη τής αρχιτεκτονικής»; Η, τραγικότερο, υπάρχει κανένας, που να «κινεί» (απλώς) τους ανθρώπους; (Δεν ερωτούμε φυσικά, όπως ο Ευπαλίνος, αν «τους κινεί όπως το πλάσμα που αγαπούν»…). Αντίθετα: Επαναπαυόμαστε ως κοινωνία σε μιαν αποστεωμένη δήθεν εκκλησιαστική, και δήθεν αρχιτεκτονική, σεβαστοί Ιεράρχες! Που όμως ούτε είδος έχει ούτε κάλλος. Διότι φυσικά δεν έχει «ύφος»! Και πώς αλήθεια να έχει ύφος σε μιαν εποχή, που η ίδια δεν έχει ιδεολογία… Πώς δε να έχει, όταν η ελίτ τών (και) διανοούμενων δημοσιογράφων μας, αγανακτεί ανελλιπώς κάθε φορά που βλέπει ν’ ανεγείρεται ένας ναός, αλλά ποτέ για το αν είναι άσχημος!

Μέσα όμως σ’ αυτή την παραζάλη μιας, και ιδίως αδέξιας, μορφοκρατίας, ιλαρό φως εκπέμπει το μικρό σύγχρονης μορφολογίας εκκλησάκι, τών ένθετων φωτογραφιών, στην Πάφο, δημιούργημα ενός νέου αρχιτέκτονα.3* Το θέμα θεωρεί (ποικιλοτρόπως) μέγα ο γράφων. Κατά το ότι αφορά τόσο την κοινωνία, αλλά και την Ιεραρχία τής Εκκλησίας τού τόπου, η οποία όμως επαναπαύεται με ναούς ενός (επιθετικού μάλιστα) ψευδοβυζαντινού Κιτς, (Kitsch) που έχει απ’ άκρου σ’ άκρο κατακλύσει την Κύπρο. Ιστορικό όμως τόπο, του οποίου την ποτέ (και βυζαντινή) έμφυτη φιλοκαλία ως τρόπο, ουδέποτε κατανόησε! Γι’ αυτό και τόσο ανάγωγα δεν σεβάστηκε… Γι’ αυτό άλλωστε εκείνη η «εκκλησιαστική» αρχιτεκτονική, όπως προλαβαίνοντας είπαμε ήδη, ούτε είδος έχει ούτε κάλλος, καθώς δεν έχει «ύφος»!

Αλλά, καθώς το διδάσκει η Κανονική Αισθητική, το ύφος στο αρχιτεκτόνημα είναι η ίδια η πνοή τής προσωπικότητας τού συνθέτη αρχιτέκτονα. Και ας διερωτηθεί η Ιεραρχία μας: Ποιος σημαντικός αρχιτέκτων, από τους κορυφαίους σύνολου τού ελληνικού χώρου, ενδιαφέρθηκε ποτέ να συνθέσει σύγχρονης μορφολογίας ορθόδοξο ναό; Όπως το έκαναν, για τα δικά τους δόγματα, οι κορυφαίοι αρχιτέκτονες τού 20ου αιώνα στη δύση; (F. L. Wright, στις ΗΠΑ, Le Corbusier στη Γαλλία, Oscar Niemeyer, στη Βραζιλία). Σ’ εμάς ο Νεοπτόλεμος Μιχαηλίδης κάτι προσπάθησε να κάνει, και μόνο που δεν τον ξυλοκοπήσαμε. (Όσο βρισκόταν εν ζωή. Το κάναμε μετά θάνατο…4*)

Μην όμως φανταστεί κανείς ότι ασκεί κριτική ο γράφων προς την εκκλησία κακόπιστη. Πολλού γε και δη! Με τον ίδιο τρόπο που εδώ την ελέγχει, την έχει επαινέσει ήδη, στο πρόσωπο τού δεύτερου τη τάξει ιεράρχη, Μητροπολίτη Πάφου Γεώργιου, (βλ. σημ. 3*) ο οποίος τόλμησε να χορηγήσει έγκριση ανέγερσης στην Πάφο ενός σύγχρονης μορφολογίας ναΐσκου από ένα νέο Αρχιτέκτονα, τον κ. Μιχάλη Γεωργίου. Ναό για τον οποίο, και θα επιχειρηθεί εδώ, επιγραμματικά βεβαίως, τηλεγραφικά σχεδόν, μορφολογική, και, ει δυνατόν, αισθητική θεώρησή του.

*

Από τις δυο λοιπόν μεθόδους, που σε προηγούμενες κατά καιρούς αναλύσεις έχομε περιγράψει, για ανέγερση σύγχρονου ορθόδοξου ναού, είναι προφανές ότι ο Αρχιτέκτων κ. Γεωργίου επέλεξε τη δεύτερη: Την εξέλιξη δηλ. τής τυπολογίας τών βυζαντινών ναών κτιριολογικά, και ανάπλαση τών συνθετικών μελών τους μορφικά, κατά τη νομοτέλεια τών σύγχρονων υλικών. Ο τύπος δε ναού που έχει εδώ επιλεγεί, είναι ο δρομικός τής θολοσκεπούς δίκλιτης βασιλικής.5* Η οποία όμως, με εντελώς πρωτότυπη αντίληψη στην «ανύψωση», όχι πια του λίθου (παλαιόθεν γνωστή αρχιτεκτονική διαδικασία) αλλά τής ίδιας τής ύλης, εκείνης που προορίζεται να συγκροτήσει το κέλυφος τού ναού, κατορθώνει τόσο να συμβολίσει το γεγονός, αλλά και να το εκφράσει: Είναι ωσάν να εκτοξεύθηκε από το έδαφος η ύλη εκείνη προς το ύψος, να διέγραψε την καμπύλη τού θόλου, και αφού, ως εύπλαστη που ήταν, πτυχώθηκε πρώτα στο χώρο, επανήλθε ακουμπώντας ανάλαφρα στο έδαφος ξανά, όθεν είχε πριν ξεκινήσει! Οπότε και «απολιθώθηκε» σε «γόνιμη στιγμή», για να αποτελέσει τον ναό! Αυτή την συμβολική ελεύθερη κίνηση εκείνης τής ποτέ εύπλαστης ύλης, που τώρα στερεοποιήθηκε πια, στη μορφή θόλου, εκφράζει και το λεπτό, ως μεμβράνη, κέλυφος που διαμορφώνει το ναό!

Αυτό ως γόνιμη εξέλιξη τής βυζαντινής τυπολογίας. Πέρα όμως απ’ αυτό, και δεδομένου ότι το εσωτερικό τού κελύφους, δεν είναι τυχαίος αρχιτεκτονικός χώρος, όφειλε και αυτός να διαπλαστεί έτσι που και να συμβολίζει ό,τι υψηλό θα διαδραματίζεται εκεί, αλλά και αισθητικά να εκφράσει τον συμβολισμό εκείνης τής δραματουργίας. Και αυτό ευφυώς το πετυχαίνει, στον μικρό αυτό ναό, (ως άλλη μικροσκοπική Γάλλα Πλακιδία!) το τάλαντο τού νέου αυτού Αρχιτέκτονα. Κατορθώνει δηλ. να ικανοποιήσει τα βασικά «αιτήματα» τού αισθητικού χώρου στην Αρχιτεκτονική τού Υψηλού, τής αισθητικής δηλ. κατηγορίας εκείνης, όπου εκφράζεται ο υψηλόφρων χαρακτήρας τού ορθόδοξου χριστιανικού ιδεώδους: Τόσο τού «απροσμέτρητου» χώρου, με την ευφυή υιοθέτηση τού πλάγιου κλίτους, όσο και το «άπειρο» αλλά και το «ατέρμον»6* τού χώρου, με τα ευφυέστατα κενά στο ανατολικό και το δυτικό άκρο τού θόλου τού ναού. Εύγε…
Ένας ναός που μπορεί και να «κινεί» τους ανθρώπους, αλλά και, κατά τον Πωλ Βαλερύ, συνάμα «να τους κινεί όπως το πλάσμα που αγαπούν»!7*


1*. Γερμανός κριτικός και φιλόσοφος.
2*. Για τη σχέση μουσικής – αρχιτεκτονικής, παράβαλε τον μύθο τού Αμφίονα τού κιθαρωδού, που έχτισε τη Θήβα με τους ήχους τής λύρας του: Καθώς έπαιζε, ανάλογα και με τον κάθε τόνο, οι λίθοι ορθώνονταν και μόνοι συναρμόζονταν στη θέση τους …
3*. Είναι ο αρχιτέκτων Μιχάλης Γεωργίου, στον οποίο αξίζει ο έπαινος. Όπως έπαινος οφείλεται και στον Μητροπολίτη Πάφου Γεώργιο, που «τόλμησε» να χορηγήσει έγκριση ανέγερσης τού ναού.
4*. Ο γράφων δεν λέει πως ο Νεοπτόλεμος πέτυχε να φέρει την ιδέα εκείνου του ναού (Απ. Βαρνάβας Ακρόπολης), στην τελειότητα, είτε στην ολοκλήρωση καν, αν προτιμάτε. Λέγω όμως ότι και ο Παρθενώνας δεν κτίστηκε σε μια μέρα. Προηγήθηκαν αιώνες «ενδοσκόπησης», ως να φτάσει (εκείνος και όχι οι προηγηθέντες) στην τελειότητα…
5*. Τύπος δε που ειδικά στην Κύπρο είχε σημαντική διάδοση, ειδικά στην ξυλόστεγη ναοδομία.
6*. Δεν είναι ο χώρος μιας επιφυλλίδας ο κατάλληλος να αναλυθούν αυτοί οι όροι, που ανήκουν στην επιστήμη τής Αισθητικής. Ίσως θα μπορούσαν να γίνουν από το βήμα είτε επιστημονικού, είτε αρχιτεκτονικού περιοδικού. Και αυτό θα γίνει αν κληθούμε! Πράγμα που δεν αναμένει φυσικά ο γράφων.
7*. Μικρός ψόγος μόνο, τόσο για τον χώρο τής (καθολικού άλλωστε νομικισμού προέλευσης) καμπάνας, όσο και για τον (εκ τού προτεσταντικού ηθικισμού επιβαλλόμενο) σταυρό στην κορυφή τού θόλου! Αλλά περί αυτού τού, γενικευμένου καθ’ ημάς, μεταπρατικού φραγγελώματος όμως άλλοτε..