Α’ Βραβείο: Ανέγερση Μνημείου Πεσόντων και Αγνοουμένων στο Ακάκι

PSARAS + DOUKANARI ARCHITECTURE AND GEOMATICS LLC

Ομάδα Μελέτης:
Μιχάλης Ψαράς - Αρχιτέκτονας
Δημητριάνα Ονησιφόρου - Σπουδάστρια Αρχιτεκτονικής

Σύμβουλος Γεωχωρικής Ανάλυσης:
Μαρίνα Δουκανάρη - Τοπογράφος Μηχανικός & Μηχανικός Γεωπληροφορικής

Εισαγωγή
Το μνημείο αποτελεί κατεξοχήν πράξη αντίστασης στη λήθη. Δεν αποσκοπεί μόνο στη διατήρηση της ανάμνησης ενός γεγονότος, αλλά στη δημιουργία ενός σταθερού σημείου μέσα στον χρόνο, όπου το παρελθόν επανέρχεται, βιώνεται και επανανοηματοδοτείται από κάθε νέα γενιά. Η μνήμη, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται ως στατική αναπαράσταση, αλλά ως ενεργή παρουσία. Η πρόταση για το Μνημείο Πεσόντων και Αγνοουμένων Ακακίου συγκροτείται γύρω από δεκαπέντε ανθρώπους της κοινότητας – δέκα πεσόντες και πέντε αγνοουμένους. Ο καθένας αποκτά τη δική του διακριτή θέση στη σύνθεση, ενώ ταυτόχρονα εντάσσεται στο ευρύτερο συλλογικό τραύμα του 1974. Το μνημείο τιμά συγκεκριμένα πρόσωπα, χωρίς να αποκόπτει τη μνήμη τους από το σύνολο των πεσόντων και αγνοουμένων της Κύπρου.

Χωρική και εννοιολογική συγκρότηση της πρότασης
Η μορφή του μνημείου προκύπτει από ιστορική και χωρική έρευνα ακολουθώντας μια τεκμηριωμένη σχεδιαστική προσέγγιση (evidence-based design). Με βάση τους επίσημους κρατικούς καταλόγους, οι πεσόντες και αγνοούμενοι συνεπεία της τουρκικής εισβολής του 1974 γεωαναφέρθηκαν, μέσω Συστήματος Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS), σύμφωνα με τον τόπο θανάτου ή την τελευταία καταγεγραμμένη τοποθεσία εξαφάνισής τους. Η διαδικασία αυτή παρήγαγε μια χαρτογράφηση της γεωγραφίας της απώλειας.

Σε δεύτερο στάδιο, οι καταγεγραμμένες τοποθεσίες μεταφράστηκαν σε τρισδιάστατο πεδίο: το ύψος κάθε σημείου είναι ανάλογο του αριθμού των ανθρώπων που χάθηκαν στην αντίστοιχη θέση. Προκύπτει έτσι ένα ιδιότυπο «ανάγλυφο μνήμης», στο οποίο η πυκνότητα και η ένταση της απώλειας αποκτούν χωρική υπόσταση.

Το Ακάκι, ως η κοινότητα που ανεγείρει το μνημείο στα παιδιά της, τοποθετείται συνειδητά στο κέντρο της χαρτογράφησης. Με κέντρο το Ακάκι ορίζεται ακτίνα 1.974 m, σχηματίζοντας ένα ενιαίο κυκλικό πεδίο μνήμης. Πάνω σε αυτό αναπτύσσονται, στις αντίστοιχες γεωαναφερμένες θέσεις, λεπτές κατακόρυφες ράβδοι διατομής 3 cm, με ύψη ανάλογα της συγκεντρωτικής απώλειας κάθε τοποθεσίας. Κάθε ράβδος αντιστοιχεί επομένως σε έναν πραγματικό τόπο, ενώ το ύψος της αποδίδει την ένταση της απώλειας που καταγράφηκε σε αυτόν.

Στην απόληξη κάθε ράβδου ενσωματώνεται σημειακή φωτεινή πηγή. Το σύνολο παραπέμπει αφαιρετικά σε εκκλησιαστικό μανουάλι: ένα πεδίο από άσβεστα κεριά μνήμης για όσους χάθηκαν ή αγνοούνται ως συνέπεια της εισβολής. Κατά τη διάρκεια της ημέρας κυριαρχεί η υλικότητα των λεπτών κατακόρυφων στοιχείων· με τη δύση του ήλιου, η κατασκευή υποχωρεί οπτικά και το μνημείο μετασχηματίζεται σε πεδίο φωτεινών σημείων. Το φως δεν λειτουργεί ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως φορέας μνήμης και διαρκούς παρουσίας.

Μέσα σε αυτό το συλλογικό πεδίο γίνεται ειδική μνεία στους δεκαπέντε ήρωες του Ακακίου. Οι αρχειακές φωτογραφίες τους μεταγράφονται σε ψηφιοποιημένες απεικονίσεις πάνω στο φωτιζόμενο περιμετρικό μεταλλικό έλασμα, συνοδευόμενες από το ονοματεπώνυμο κάθε προσώπου. Η περιφέρεια διαιρείται σε δεκαπέντε τόξα, ένα για κάθε άνθρωπο. Από κάθε τόξο ξεκινά γραμμική χάραξη στην επιφάνεια του γρανίτη, η οποία συνδέει συμβολικά και χωρικά το πρόσωπο με τον τόπο θανάτου ή εξαφάνισής του.

Η διαφορετική κατάσταση των πεσόντων και των αγνοουμένων αποδίδεται με σαφή υλική διαφοροποίηση. Στην περίπτωση των πεσόντων, η χάραξη πληρούται με ορειχάλκινη ένθεση. Στην περίπτωση των αγνοουμένων, η αντίστοιχη αύλακα παραμένει κενή.

Το κενό δεν αποτελεί έλλειψη ολοκλήρωσης, αλλά ενεργό στοιχείο της σύνθεσης: εκφράζει την εκκρεμότητα της απουσίας. Εφόσον η τύχη κάποιου αγνοουμένου εξακριβωθεί στο μέλλον, η κενή χάραξη δύναται να συμπληρωθεί τελετουργικά από την κοινότητα και την οικογένειά του, μετατρέποντας το ίδιο το μνημείο σε φορέα μιας μνήμης που παραμένει ανοικτή και εξακολουθεί να εξελίσσεται.

Το κυκλικό σώμα του μνημείου ανυψώνεται ελαφρά από το επίπεδο της πλατείας. Η λεπτή αυτή αποδέσμευση από το έδαφος σηματοδοτεί μια ρήξη με τη συνέχεια του καθημερινού χρόνου, ενώ ταυτόχρονα προσδίδει στο σύνολο την αίσθηση της αιώρησης.

Η μνημειακότητα της πρότασης δεν βασίζεται στο ύψος, στη μονολιθικότητα ή στην κατάληψη του δημόσιου χώρου, αλλά στην εμπειρία της προσέγγισης, της περιμετρικής ανάγνωσης και της νυχτερινής ακτινοβολίας των προσώπων και των φωτεινών απολήξεων.

Η χαμηλή οριζόντια μορφή διατηρεί τη συνέχεια της πλατείας και επιτρέπει στο νέο μνημείο να συνυπάρχει με τον Ιερό Ναό και το υφιστάμενο μνημείο του Μιχαλάκη Σάββα, χωρίς να τα ανταγωνίζεται σε κλίμακα ή συμβολικό βάρος. Δεν υπάρχει προνομιακή όψη· η σύνθεση προσεγγίζεται και αναγιγνώσκεται περιμετρικά, εντασσόμενη στην καθημερινή κίνηση και ζωή της κοινότητας.

Κατασκευαστική Προσέγγιση – Υλικά
Η επιλογή των υλικών υπηρετεί ταυτόχρονα το εννοιολογικό περιεχόμενο της πρότασης και τις απαιτήσεις ανθεκτικότητας μιας μόνιμης υπαίθριας κατασκευής.

Οι κατακόρυφες ράβδοι και το περιμετρικό έλασμα διαμορφώνονται από χάλυβα φυσικής οξείδωσης (weathering steel), υλικό που παλαιώνει ελεγχόμενα και καταγράφει στην επιφάνειά του τη δράση του χρόνου. Η σταδιακή μεταβολή της πατίνας εντάσσεται στη λογική ενός μνημείου που δεν παραμένει αμετάβλητο στην παρέλευση του χρόνου, ενισχύοντας την αίσθηση των ράβδων ως κεριά που καταλύονται αλλά δε σβήνουν.

Το οριζόντιο τελικό επίπεδο επενδύεται με γρανίτη κυπριακής αγοράς. Η υψηλή μηχανική αντοχή, η περιορισμένη υδατοαπορρόφηση και η ανθεκτικότητά του στις καιρικές καταπονήσεις το καθιστούν κατάλληλο για μόνιμη χρήση στον δημόσιο χώρο. Ο συμπαγής και βαρύς χαρακτήρας του λειτουργεί σε αντιδιαστολή με την ελαφρότητα των μεταλλικών στοιχείων και την άυλη παρουσία του φωτός, συγκροτώντας ένα σταθερό υπόβαθρο μνήμης.

Ο φέρων πυρήνας αποτελείται από χαμηλή κωνική βάση οπλισμένου σκυροδέματος, η οποία λειτουργεί ως ενιαίο σώμα έδρασης της επένδυσης και των μεταλλικών στοιχείων, επιτρέποντας παράλληλα την ασφαλή ενσωμάτωση των συστημάτων στήριξης και ηλεκτροδότησης. Η ηλεκτρολογική εγκατάσταση παραμένει πλήρως κρυμμένη και είναι προσβάσιμη για συντήρηση μέσω φρεατίου με κάλυμμα συνεπίπεδο με την τελική στάθμη της πλατείας.

Η πρόταση αποφεύγει τον αποστασιοποιημένο και απρόσιτο χαρακτήρα ενός συμβατικού μνημείου. Λειτουργεί ταυτόχρονα ως χώρος μνήμης και ως αστικό γλυπτό: ένα αντικείμενο που προσεγγίζεται, περιβάλλεται και βιώνεται. Χωρίς να αντιμάχεται το γειτονικό άγαλμα του Μιχαλάκη Σάββα, συνδιαλέγεται μαζί του και επεκτείνει στον δημόσιο χώρο το νήμα της συλλογικής μνήμης της κοινότητας Ακακίου.