Ομάδα μελέτης: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Ειρήνη Κλειδαρά, Kora Architecture & Design
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ
Η κεντρική ιδέα αναπτύσσεται γύρω από τη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών κατοίκησης σε συνάρτηση με το τοπίο, καθώς οι ημιυπαίθριοι χώροι αποτελούσαν διαχρονικά βασικό στοιχείο της τυπολογίας των παραδοσιακών κατοικιών στις μεσογειακές πόλεις. Δεδομένου του ότι οι ανάγκες για προσιτή στέγη περιορίζουν τα μεγέθη των οικιστικών μονάδων και σε συνδυασμό με το ευνοϊκό κλίμα της Κύπρου, καθίσταται σημαντική η αξιοποίηση των υπαίθριων και ημιυπαίθριων χώρων σε διαφορετικές κλίμακες, ως επέκταση της καθημερινής ζωής των κατοίκων.
Οι στοές και τα περάσματα
Ο υπαίθριος χώρος οργανώνεται βάσει διαβαθμίσεων ιδιωτικότητας, οι οποίες προκύπτουν από τον χαρακτήρα και τις απαιτήσεις των επιμέρους χρήσεων. Στην πιο δημόσια ζώνη, σε επαφή με τον δρόμο, διαμορφώνεται η ζώνη εισόδου, η οποία εξοπλίζεται με αστικό εξοπλισμό άθλησης, γραμματοκιβώτια και χώρους στάσης, λειτουργώντας ως χώρος μετάβασης μεταξύ του δημόσιου και του συλλογικού χώρου. Η πορώδης σχέση του εσωτερικού ανοιχτού χώρου με τη γειτονιά ενισχύει τις οπτικές φυγές και τη χωρική συνέχεια, αποφεύγοντας την αίσθηση ενός αυστηρά οριοθετημένου θύλακα.
Η αυλή
Στην καρδιά της σύνθεσης αναπτύσσεται ο κύριος κοινόχρηστος χώρος συνάθροισης, ο οποίος προορίζεται για κοινωνικές δραστηριότητες και συλλογικές συγκεντρώσεις. Παράλληλα, η ενσωμάτωση παιδικής χαράς ενισχύει την καθημερινή χρήση του χώρου από τα παιδιά, επιτρέποντας την ασφαλή εποπτεία τους από τις οικιστικές μονάδες. Η σταδιακή αυτή μετάβαση από το δημόσιο στο συλλογικό και στη συνέχεια στο πιο ιδιωτικό επίπεδο επιτυγχάνει την διαβάθμιση ιδιωτικότητας, με τον υπαίθριο χώρο να λειτουργεί ως ενδιάμεσο πεδίο κοινωνικής αλληλεπίδρασης και συνύπαρξης.
Τα κατώφλια
Όπως αναφέρθηκε, οι μεταβατικοί ημιδημόσιοι χώροι χρησιμοποιούνται σαν εργαλείο ενίσχυσης της κοινωνικής αλληλεπίδρασης σε διάφορες κλίμακες. Έτσι και στην κλίμακα της μονάδας, η δημιουργία ενδιάμεσων ζωνών – κατωφλιών στον χώρο μεταξύ της εισόδου της μονάδας και του διαδρόμου, ενεργοποιεί τον κοινόχρηστο διάδρομο ενθαρρύνοντας τυχαίες συναντήσεις, ενώ παράλληλα διαμορφώνει μια ελεγχόμενη σχέση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου. Οι χώροι αυτοί είναι ελεύθεροι για προσδιορισμό, «οικειοποίηση» και χρήση από τον ίδιο τον κάτοικο. Επίσης, η διαμπερής οργάνωση των μονάδων επιτρέπει την εξωστρέφεια προς τον κοινόχρηστο διάδρομο, τον κήπο αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον.
Οι βεράντες και οι κήποι
Οι οικιστικές μονάδες διαθέτουν ενοποιημένους χώρους διημέρευσης, με στόχο την επίτευξη διαμπερούς αερισμού, την ευελιξία στη διαμόρφωση των χρήσεων και της επίπλωσης, καθώς και τη χωρική συνέχεια μεταξύ εσωτερικού και ημιυπαίθριων χώρων.
Στα ισόγεια διαμερίσματα, η βεράντα μετασχηματίζεται σε ιδιωτική αυλή με κήπο, ενισχύοντας τη σχέση της κατοικίας με τον υπαίθριο χώρο. Ειδικότερα, στις μονάδες τριών υπνοδωματίων, η άμεση εκτόνωση προς την αυλή αποτελεί σημαντική σχεδιαστική επιλογή, καθώς προσφέρει έναν ασφαλή και ευέλικτο υπαίθριο χώρο δραστηριοτήτων, ικανό να υποστηρίξει διαφορετικές μορφές καθημερινής χρήσης από παιδιά και ενήλικες.
ΤΥΠΟΛΟΓΙΕΣ ΜΟΝΑΔΩΝ
Ένας από τους βασικούς στόχους της πρότασης είναι η δημιουργία οικιστικών μονάδων ποιοτικής προσιτής στέγης προς ενοικίαση, οι οποίες διακρίνονται για τη λειτουργική βιωσιμότητα, την προσαρμοστικότητα και την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες διαφορετικών ομάδων χρηστών, όπως νεαρά ζευγάρια, οικογένειες, ηλικιωμένοι και μονοπρόσωπα νοικοκυριά.
Μονάδα τριών υπνοδωματίων:
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η ευρύτερη περιοχή χαρακτηρίζεται κυρίως από μικρής κλίμακας οικιστική ανάπτυξη και μονοκατοικίες, οι μονάδες τριών υπνοδωματίων σχεδιάζονται ως κατοικίες τύπου duplex, υιοθετώντας την κλίμακα και τις ποιοτικές χωρικές ποιότητες της γειτονιάς. Οι οκτώ κατοικίες αναπτύσσονται κατά μήκος του οδικού μετώπου, με ανεξάρτητες εισόδους και άμεση πρόσβαση από τον δρόμο, ενισχύοντας την αίσθηση της αυτονομίας και της ταυτότητας κάθε μονάδας.
Η επιλογή αυτή εξασφαλίζει ιδιωτικότητα και σαφή διαχωρισμό των ζωνών διημέρευσης στο ισόγειο και διανυκτέρευσης στον όροφο, καθώς και την εμπειρία κατοίκησης που προσφέρει μία ανεξάρτητη κατοικία με αυλή, καθιστώντας την ιδανική για τις ανάγκες μιας οικογένεια.
Το ισόγειο διαμορφώνεται ως ένας ενιαίος και διαμπερής χώρος διημέρευσης, ο οποίος εξασφαλίζει φυσικό φωτισμό, διαμπερή αερισμό και εκτονώνεται σε ιδιωτική, στεγασμένη βεράντα και αυλή προς το εσωτερικό του οικοπέδου, αναβαθμίζοντας την ποιότητα των υπαίθριων χώρων διαβίωσης.
Μονάδα 1 και 2 υπνοδωματίων:
Οι μονάδες κατοίκησης ενός και δύο υπνοδωματίων ακολουθούν τη λογική της μεγιστοποίησης του καθημερινού χώρου διημέρευσης και διαμορφώνονται σε 2 κύριες ζώνες. Τη ζώνη διημέρευσης και τη ζώνη με τις υποστηρικτικές χρήσεις ύπνου και χώρων υγιεινής.
Η διαμπερής οργάνωση του χώρου διημέρευσης επιτρέπει την εξωστρέφεια της κατοίκησης προς τον κοινόχρηστο διάδρομο και τον κήπο, ενισχύοντας τη σχέση μεταξύ της ιδιωτικής ζωής και των συλλογικών χώρων.
Σε συνδυασμό με τη μεγιστοποίηση του ωφέλιμου χώρου και την ευελιξία που προσφέρουν οι βεράντες κάθε μονάδας, η οργάνωση αυτή επιτρέπει πολλαπλές μορφές χρήσης και προσαρμογής του χώρου ανάλογα με τις ανάγκες και τον τρόπο ζωής των κατοίκων. Με αυτόν τον τρόπο, η κατοικία αποκτά έναν πιο δυναμικό χαρακτήρα, ικανό να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της καθημερινής ζωής.
Παράλληλα, μέσω της δημιουργίας ενδιάμεσων χώρων – κατωφλιών με μεταβαλλόμενα όρια, ο κοινόχρηστος διάδρομος ενεργοποιείται ως χώρος κοινωνικής επαφής, διαμορφώνοντας μια ελεγχόμενη και σταδιακή μετάβαση μεταξύ ιδιωτικού και συλλογικού χώρου. Οι χώροι αυτοί λειτουργούν ως δυνητικές ζώνες συνάντησης και αλληλεπίδρασης, όταν αυτή είναι επιθυμητή, χωρίς να περιορίζεται η ιδιωτικότητα της κατοικίας, ανακαλώντας τη μεταβατική λειτουργία των παραδοσιακών ημιυπαίθριων χώρων.
ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΤΗΡΙΑΚΟΥ ΟΓΚΟΥ
Τα δύο τμήματα του κτηρίου αγκαλιάζουν τον κοινόχρηστο κήπο και προσαρμόζονται στη γεωμετρία του τεμαχίου μέσω μιας ήπιας καμπύλωσης της διάταξης των μονάδων. Η οργάνωση του κτηριακού όγκου επιτρέπει τη μεγιστοποίηση του κοινόχρηστου υπαίθριου χώρου, ενώ παράλληλα ενισχύει τις οπτικές φυγές των μονάδων, τόσο προς τη θέα της θάλασσας και της πόλης όσο και προς το συλλογικό αίθριο. Ο κτηριακός όγκος επιμερίζεται, αφενός για τη δημιουργία των προσβάσεων και αφετέρου για τη διαμόρφωση μιας αναγνώσιμης, μικρότερης κλίμακας ανάπτυξης που εντάσσεται ομαλά στην υφιστάμενη κορυφογραμμή της περιοχής.
ΒΙΟΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΚΑΙ ΚΟΣΤΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ
Η αξιοποίηση των μεσογειακών κλιματικών συνθηκών της περιοχής, μέσω της ενσωμάτωσης ημιυπαίθριων διαδρόμων, συμβάλλει στον περιορισμό των κλιματιζόμενων χώρων και, κατ’ επέκταση, στη μείωση των ενεργειακών απαιτήσεων του κτιρίου. Παράλληλα, η διαμπερής τυπολογία των κατοικιών ενισχύει τον φυσικό αερισμό, ενώ τα κατακόρυφα κενά λειτουργούν ως μηχανισμοί φυσικής απαγωγής του θερμού αέρα, βελτιώνοντας τις συνθήκες θερμικής άνεσης. Στο επίπεδο του ισογείου προτείνονται εκτεταμένες υδατοδιαπερατές επιφάνειες σε συνδυασμό με μεσογειακή φύτευση, οι οποίες συμβάλλουν στη φυσική διαχείριση των ομβρίων, στη μείωση της θερμικής επιβάρυνσης του περιβάλλοντος χώρου και στη βελτίωση του μικροκλίματος.
Κύριο σημείο της πρότασης αποτελεί η τυποποίηση των μονάδων κατοίκησης και του στατικού φορέα με στόχο τη μείωση του κατασκευαστικού κόστους και τη βελτιστοποίηση της διαδικασίας υλοποίησης. Παράλληλα, προτείνονται εξωτερικές τοιχοποιίες από εσωτερική οπτοπλινθοδομή πάχους 10 εκ. και σύστημα εξωτερικής επένδυσης από πάνελ αλουμινίου με θερμομονωτικό πυρήνα πολυουρεθάνης, συμβάλλοντας στη θερμική προστασία του κτηρίου, στη μείωση του κόστους κατασκευής και στη διευκόλυνση της συντήρησης.
Η ηλεκτρομηχανολογική οργάνωση της ανάπτυξης βασίζεται στην τυποποίηση των εγκαταστάσεων και στη συγκέντρωση των υγρών χώρων σε κοινές κατακόρυφες ζώνες, μειώνοντας το μήκος των δικτύων και το κόστος κατασκευής. Παράλληλα, προβλέπονται απλά και ενεργειακά αποδοτικά συστήματα, τα οποία περιορίζουν το λειτουργικό κόστος και διευκολύνουν τη συντήρηση του συγκροτήματος. Τέλος, η οργάνωση των μονάδων εκατέρωθεν ενός ενδιάμεσου διαδρόμου συμβάλλει στη μείωση των απαιτούμενων επιφανειών κυκλοφορίας, επιτρέποντας την αποδοτικότερη αξιοποίηση της συνολικής επιφάνειας προς όφελος των χώρων κατοίκησης.