Αρχιτέκτονες: Νίκη Κούρτη, Σάββας Κακαλής, Ιάσων Ντούνης, Αιμιλία Κρητικού
ΣΧΕΔΙΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΘΕΣΗ
Στα όρια της Πάφου, σε μια περιοχή όπου η πόλη αναπτύσσεται ακόμη αποσπασματικά, η πρόταση επιχειρεί να συγκροτήσει τη γειτονιά πριν ακόμη ολοκληρωθεί ο αστικός ιστός γύρω της. Σε ένα τεμάχιο με την κλίμακα οικοδομικού τετραγώνου, η κατοικία δεν αντιμετωπίζεται ως άθροισμα μεμονωμένων μονάδων, αλλά ως ένα συλλογικό περιβάλλον οργανωμένο που αναπτύσσεται γύρω από μια κοινή αυλή. Η αυλή αποτελεί την καρδιά του συγκροτήματος: έναν προστατευμένο χώρο καθημερινής ζωής, συνάντησης και οικειοποίησης από τους κατοίκους.
“Η αυλη ως κοινός τόπος”
Η περιμετρική ανάπτυξη δεν σχηματίζει ένα κλειστό οικοδομικό τετράγωνο. Αφαιρέσεις από τον αρχικό όγκο δημιουργούν εισόδους, περάσματα και οπτικές φυγές, συνδέοντας τον δρόμο με τη αυλή. Η αυλή δεν αποτελεί απλώς τον ελεύθερο χώρο ανάμεσα στα προτεινόμενα κτίρια, αλλά τον βασικό κοινό τόπο του συγκροτήματος: έναν χώρο κίνησης, στάσης, παιχνιδιού και αλληλεπίδρασης. Μέσα από τη σταδιακή μετάβαση από τον δρόμο στην αυλή και από εκεί στις κατοικίες, διαμορφώνεται μια ακολουθία δημόσιων, συλλογικών και ιδιωτικών χώρων, που δίνει στο συγκρότημα την κλίμακα και την οικειότητα μιας μικρής γειτονιάς. Η αυλή γίνεται έτσι το εσωτερικό τοπίο της κατοίκησης, εκεί όπου η καθημερινότητα των επιμέρους κατοικιών συναντά τη ζωή της γειτονιάς.
Οι κατοικίες οργανώνονται πάνω σε έναν κοινό κάνναβο και συνδυάζονται σε διαφορετικές συστάδες. Η επανάληψη, η μετατόπιση και η περιστροφή των μονάδων δεν παράγουν ένα ενιαίο και μονότονο μέτωπο, αλλά ένα πορώδες δυναμικό σύνολο από εσοχές, εξώστες, φυτεμένα κενά, γέφυρες και εξωτερικές κλίμακες. Η τυποποίηση σε επίπεδο κάτοψης λειτουργεί ως σταθερή βάση που επιτρέπει την ποικιλία και την προσαρμογή, δίνοντας σε κάθε κατοικία τη δική της είσοδο, θέα και σχέση με τον κοινό χώρο.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ
Η χωροθέτηση των θέσεων στάθμευσης στην περίμετρο του οικοπέδου, σε άμεση γειτνίαση με τον δρόμο, απελευθερώνει σημαντικό τμήμα του οικοπέδου για την ανάπτυξη του κτιριολογικού προγράμματος, ενώ παράλληλα καθιστά δυνατή τη διαμόρφωση της κοινόχρηστης εσωτερικής αυλής. Η κατακόρυφη κυκλοφορία οργανώνεται σε μικρότερους πυρήνες, καθένας από τους οποίους εξυπηρετεί μια περιορισμένη ομάδα κατοικιών. Αντί για λίγα κεντρικά κλιμακοστάσια που θα απαιτούσαν εκτεταμένους κοινόχρηστους διαδρόμους, οι πυρήνες διασπείρονται μέσα στο συγκρότημα και τοποθετούνται εκεί όπου χρειάζονται. Με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται το μήκος της κυκλοφορίας και διαμορφώνονται πιο άμεσες και οικείες είσοδοι.
Η επιλογή αυτή ενισχύει την ιδιωτικότητα των κατοικιών και ταυτόχρονα απελευθερώνει τις δύο κύριες όψεις των διαμερισμάτων. Χωρίς έναν συνεχή διάδρομο κατά μήκος της μίας πλευράς, οι κατοικίες μπορούν να παραμένουν διαμπερείς, να αερίζονται φυσικά και να έχουν άμεση σχέση τόσο με τον εξωτερικό χώρο όσο και με την εσωτερική αυλή. Παράλληλα, οι διαφορετικές τυπολογίες μπορούν να αλλάζουν θέση και προσανατολισμό ανάλογα με τις συνθήκες φωτισμού, θέας και ιδιωτικότητας.
Στο ισόγειο, οι πυρήνες κυκλοφορίας συναντούν τα περάσματα που συνδέουν τον δρόμο με την κεντρική αυλή. Η κυκλοφορία γίνεται έτσι κάτι περισσότερο από μια υποδομή πρόσβασης: οργανώνει τις εισόδους, αρθρώνει τους επιμέρους όγκους και συνδέει την κατοικία με τους κοινόχρηστους χώρους του συγκροτήματος. Ο περιορισμός των μεγάλων διαδρόμων μειώνει, επίσης, την επιφάνεια και τα υλικά των κοινόχρηστων χώρων, χωρίς να περιορίζει την άνεση ή τη λειτουργικότητα.
ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Η ενεργειακή στρατηγική αποτελεί μέρος της βασικής οργάνωσης του έργου. Όλες οι κατοικίες είναι διαμπερείς, με ανοίγματα προς δύο διαφορετικές πλευρές, ώστε να αξιοποιούνται οι φυσικές ροές του αέρα. Η εσωτερική αυλή, με τη φύτευση και τις σκιασμένες επιφάνειές της, συμβάλλει στη δημιουργία ενός ηπιότερου μικροκλίματος στο κέντρο του συγκροτήματος.
Τα ανοίγματα έχουν σχεδιαστεί ώστε να προσφέρουν επαρκή φυσικό φωτισμό στους κύριους χώρους των κατοικιών. Το αυξημένο ύψος τους επιτρέπει στο φως να φτάνει βαθύτερα στο εσωτερικό, μειώνοντας την ανάγκη τεχνητού φωτισμού κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Οι καλυμμένες βεράντες διαμορφώνονται ως εσοχές μέσα στον κτιριακό όγκο. Το καλοκαίρι προσφέρουν φυσικό δροσισμό και προστασία από την έντονη ηλιακή ακτινοβολία, ενώ τον χειμώνα επιτρέπουν την είσοδο του χαμηλότερου ήλιου. Μαζί με τη φύτευση, τη θερμική προστασία του κελύφους και τους ηλιακούς θερμικούς συλλέκτες, τα παθητικά αυτά μέσα περιορίζουν τις ενεργειακές ανάγκες και βελτιώνουν τις συνθήκες θερμικής άνεσης σε όλη τη διάρκεια του έτους.
ΤΥΠΟΛΟΓΙΑ
Η πρόταση βασίζεται σε έναν ενιαίο κάνναβο, από τον οποίο προκύπτουν οι δύο τύποι κατοικίας. Το διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου αναπτύσσεται σε τέσσερις μονάδες του καννάβου και το διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων σε έξι. Η κοινή αυτή βάση επιτρέπει στις δύο τυπολογίες να εναλλάσσονται, να περιστρέφονται, να στοιβάζονται και να συνδυάζονται με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με τη θέση τους στο οικόπεδο και τις συνθήκες προσανατολισμού, θέας και ιδιωτικότητας.
Οι 68 κατοικίες (28 ενός υπνοδωματίου και 40 δύο υπνοδωματίων) κατανέμονται σε τέσσερις διακριτούς όγκους γύρω από τον κεντρικό κοινόχρηστο κήπο. Τα ανοίγματα ανάμεσα στους όγκους διατηρούν την οπτική και λειτουργική σύνδεση της αυλής με τον δρόμο, ενώ η διαφορετική τοποθέτηση των μονάδων δημιουργεί ποικιλία χωρίς να χάνεται η συνοχή του συνόλου.
Στο εσωτερικό κάθε διαμερίσματος, οι βοηθητικές λειτουργίες και οι κατακόρυφες εγκαταστάσεις συγκεντρώνονται σε έναν συμπαγή πυρήνα. Γύρω από αυτόν οργανώνονται οι κύριοι χώροι κατοίκησης, οι οποίοι παραμένουν ανοιχτοί προς τις δύο όψεις και συνδέονται άμεσα με την καλυμμένη βεράντα.
ΠΡΟΣΙΤΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ
Η οικονομία αποτελεί βασικό μέρος της αρχιτεκτονικής λογικής του έργου. Ο κοινός κάνναβος, η επανάληψη των δύο τυπολογιών και η χρήση τυποποιημένων διαστάσεων περιορίζουν την κατασκευαστική πολυπλοκότητα και επιτρέπουν την επανάληψη κοινών στοιχείων και λεπτομερειών. Η απλότητα αυτή διευκολύνει την κατασκευή και συμβάλλει στον έλεγχο του κόστους, χωρίς να περιορίζει τη χωρική ποιότητα ή την ποικιλία του συγκροτήματος.
Ο φέρων οργανισμός από οπλισμένο σκυρόδεμα, οι τοιχοποιίες πλήρωσης από οπτόπλινθους και το σύστημα θερμομόνωσης αποτελούν γνώριμες και δοκιμασμένες λύσεις της τοπικής οικοδομικής πρακτικής.
Η πρόταση βασίζεται σε τεχνικές που μπορούν να εφαρμοστούν, χωρίς να απαιτούνται εξειδικευμένες μεθόδοι ή σύνθετες κατασκευαστικές λεπτομέρειες. Τα υλικά επιλέγονται με βάση την ανθεκτικότητα, τη διαθεσιμότητα και την ευκολία συντήρησης. Η προσιτότητα του έργου δεν περιορίζεται επομένως στο αρχικό κόστος κατασκευής. Συνδέεται εξίσου με τη βιοκλιματική λειτουργία των κατοικιών, τη μειωμένη κατανάλωση ενέργειας, την αντοχή των υλικών και τις περιορισμένες ανάγκες συντήρησης. Στόχος είναι μια κατοικία οικονομικά προσιτή, αλλά παράλληλα άνετη, ανθεκτική και ποιοτική.