Β’ Βραβείο: Μελέτη Οικιστικών Μονάδων Ποιοτικής Προσιτής Στέγης προς Ενοικίαση στη Λεμεσό Τεμάχιο 1

Fatura_Lemesos 01_cover copy

Fatura Collaborative / Συνεργατικό Γραφείο Φατούρα
Μυρτώ Βραβοσινού, Αλεξάνδρα Βούγια, Θεοδόσης Ησαΐας, Πλάτων Ησαΐας, Γιανναντώνης Μουτσάτσος.

Συνεργάτριες:
Αθηνά Αμπατζιάδη, Στέλλα Δημοπούλου, Ελένη Μαδούρου, Μάριος-Αλέξανδρος Πουλημένος, Εύα Σταμνά.

Σύμβουλοι:
Γιώργος Δημόπουλος, Ηλεκτρολόγος Μηχανικός
Δήμητρα Κωστή, Quantity Surveyor
Γιάννης Τσαφούλιας, Πολιτικός Μηχανικός

ΓΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΘΕΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Πώς σχεδιάζει κανείς σε ένα περιαστικό περιβάλλον; Με ποιο τρόπο μπορεί να δημιουργηθεί η αίσθηση της «γειτονιάς», δηλαδή ενός τόπου αναφοράς της καθημερινής ζωής για νέες και νέους κατοίκους στην περιφέρεια μιας πόλης; Εν τέλει, πώς καταφέρνει η αρχιτεκτονική να επαναδιαπραγματευτεί το πρόγραμμα της κοινωνικής κατοικίας με σύγχρονο τρόπο, στην Κύπρο, σήμερα;

Με τις σκέψεις αυτές, ανακαλούμε τρεις κρίσιμες αρχές, με σαφή αναφορά στη ιστορία της κοινωνικής κατοικίας στην Κύπρο, αλλά και στο διεθνές περιβάλλον.

Πρώτον, επεξεργαζόμαστε και επαναφέρουμε μια βασική μονάδα στην κλίμακα του αστικού σχεδιασμού, τον «συνοικισμό», με τεράστια σημασία για τη χώρα και τη διαδικασία παροχής στέγης με κοινωνικά κριτήρια. Ο συνοικισμός, σα μια χωρική, κοινωνική, περιβαλλοντική, και πολιτιστική ενότητα δημιουργεί συνθήκες συλλογικής διαβίωσης, τόσο για τους κατοίκους του ίδιου του συγκροτήματος όσο και της ευρύτερης περιοχής.

Δεύτερον, εισάγουμε μια υβριδική τυπολογία, πολύ συνήθη διεθνώς, ειδικά σε ημι- και περι-αστικά περιβάλλοντα, που συνδυάζει την «εν σειρά» με την «πανταχόθεν ελεύθερη» δόμηση. Αυτή επιτυγχάνεται με τη δημιουργία «δρόμων» και περασμάτων, ήπιας και πεζής κυκλοφορίας, εντός του οικοπέδου. Με αυτό τον χειρισμό, τα κτίρια κατοικίας επιτυγχάνουν κοινωνική και χωρική εγγύτητα, διαμπερότητα και επαφή με το φυσικό έδαφος και περιβάλλον.

Τρίτον, η οργάνωση του συγκροτήματος που προτείνουμε αναφέρεται στο χωρικό μοντέλο της «χαμηλού ύψους και υψηλής πυκνότητας» δόμησης του οικιστικού περιβάλλοντος. Αυτό προκύπτει τόσο από τα συγκεκριμένα δεδομένα της ανάπτυξης και των επιθυμιών του αγωνοθέτη, αλλά αφορά και τη δική μας επεξεργασία που, ακολουθώντας πιστά αυτό το χωρικό μοντέλο, προτείνει την ανάμειξη των μονάδων και τη συσχέτιση διαφορετικών τυπολογιών.

ΑΡΧΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ – ΕΝΤΑΞΗ

Το οικιστικό σύνολο αποτελείται από τρεις διακριτές κτιριακές δομές που ακολουθούν τη γεωμετρία του οικοπέδου και τις υψομετρικές καμπύλες του εδάφους. Οι τρεις γραμμικές πτέρυγες, Α, Β και Γ «καμπυλώνουν» ώστε να παραλάβουν τον βέλτιστο προσανατολισμό και την μορφολογία του οικοπέδου της ανάπτυξης. Η ανωδομή τους χαρακτηρίζεται από ήπιες, κεκλιμένες επιφάνειες, που δημιουργούν κατάλληλες στέγες με δυνατότητα ανάπτυξης κατόπτρων και φωτοβολταϊκών πανέλων.

Xαρακτηριστική χειρονομία στο ισόγειο είναι η εισαγωγή μιας εγκάρσιας κίνησης που εισάγει μια εναλλακτική δυνατότητα ελεύθερης κυκλοφορίας στο οικόπεδο.

Στην κάτοψη, ακολουθείται η ίδια οργάνωση, και στις τρεις. Στο ισόγειο, από βορρά προς νότο, διακρίνονται οι ζώνες:
– του δρόμου, με τις ενδεδειγμένες θέσεις στάθμευσης,
– του διευρυμένου πεζοδρομίου/κοινόχρηστου προκηπίου,
– της κτιριακής δομής, με τους χώρους των διαμερισμάτων, και τέλος,
– του γενναιόδωρου ιδιωτικού προκηπίου της κάθε μονάδας,

Στους ορόφους των πτερύγων Α και Β, δύο κλιμακοστάσια οδηγούν σε βορινό, κοινόχρηστο διάδρομο-εξώστη, που εξυπηρετεί τις εισόδους στα διαμερίσματα. Στην πτέρυγα Γ, οι είσοδοι στα διαμερίσματα πραγματοποιούνται από κοινά κατώφλια.

Προς όλα τα διαμερίσματα εξασφαλίζεται προσβασιμότητα για ΑΜΕΑ, ενώ στο ισόγειο, οι μονάδες διαθέτουν τη δυνατότητα εισόδου και από τις δύο πλευρές της κάθε πτέρυγας.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΤΙΡΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ / ΜΟΝΑΔΕΣ / ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ

Στην πρόταση επιχειρείται η ανάμειξη των τριών τύπων διαμερισμάτων με την ακόλουθη λογική.
Για τις δύο μεγαλύτερες πτέρυγες, Α και Β:
– στο ισόγειο, τοποθετούνται μονάδες των 85τμ στις άκρες, και των 62τμ στο κεντρικό τμήμα τους.
– στον πρώτο όροφο, μονάδες των 85τμ στις άκρες, και των 40τμ γραμμικά, ανάμεσά τους.
– στο δεύτερο όροφο, αντίστοιχα, μονάδες των 62τμ στο τέλος των πτερύγων και των 40τμ στους υπόλοιπους κανάβους. .

Η μικρότερη, νότια πτέρυγα Γ, αποτελείται από μονάδες των 62τμ, εκτός από δύο μικρότερες των 40τμ που τοποθετούνται στον τελευταίο όροφο.

Βοηθητικές υποδομές, Η/Μ εγκαταστάσεις, και αποθηκευτικοί χώροι οργανώνονται στις κοινόχρηστες περιοχές, τα περάσματα και τους κοινόχρηστους εξώστες των βορινών πλευρών.

Όλα τα διαμερίσματα είναι διαμπερή και διαθέτουν γενναιόδωρους υπαίθριους χώρους στις εξωτερικές όψεις, εξώστες ή/και προκήπια. Η οργάνωση και των τριών τύπων διαμερισμάτων ακολουθεί την ίδια προσέγγιση, με τους βοηθητικούς χώρους και την κουζίνα να τοποθετούνται κεντρικά, και τα υπόλοιπα δωμάτια να προκύπτουν ακτινωτά, ως διακριτοί χώροι.

Τα οφέλη από την οργάνωση που προτείνουμε είναι πολλαπλά και πολυ-επίπεδα:

• η συγκέντρωση των υποδομών, υγρών χώρων και κουζίνας, δεν επιτρέπει την σπατάλη τετραγωνικών, και άρα την αύξηση κατασκευαστικού κόστους, καθώς εκμηδενίζει την ανάγκη χώρων κυκλοφορίας εντός των διαμερισμάτων,
• παράλληλα, συλλέγει, διανέμει, και οργανώνει στρατηγικά τις διελεύσεις των εγκαταστάσεων,
• επιτυγχάνει μέγιστη ευελιξία στην κάτοψη, καθώς τα δωμάτια, τοποθετούμενα σε ακτινωτή διάταξη, μπορούν να αλλάζουν, ώστε ανταποκριθούν στις μεταβαλλόμενες ανάγκες, μοντέλα κατοίκησης και καθημερινότητας,
• η ευελιξία αυτή έχει ένα κομβικό κοινωνικό και πολιτικό όφελος, καθώς συνδράμει στην οικειοποίηση του χώρου από τους κατοίκους. Μια κατά τα άλλα τυπική και επαναλαμβανόμενη κάτοψη, όπως συμβαίνει πάντα σε συγκροτήματα κοινωνικής κατοικίας, αποκτά ζωή και ταυτότητα.

 

ΒΙΟΚΛΙΜΑΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ / ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ / ΥΛΙΚΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ

Η πρόταση αξιοποιεί τα χαρακτηριστικά του κλίματος της περιοχής, με τις υψηλές θερινές θερμοκρασίες, τη μεγάλη διάρκεια ηλιοφάνειας και τους επικρατούντες νοτιοδυτικούς ανέμους. Η γραμμική ανάπτυξη των κτιρίων και ο νότιος προσανατολισμός των κύριων όψεων επιτρέπουν τη βέλτιστη αξιοποίηση του φυσικού φωτισμού κατά τη διάρκεια του έτους, ενώ η διαμπερής διάταξη όλων των κατοικιών ευνοεί τον φυσικό αερισμό και τον αποτελεσματικό νυχτερινό δροσισμό κατά τους θερινούς μήνες.

Η επιφάνεια των ανοιγμάτων προσαρμόζεται στον προσανατολισμό κάθε όψης. Στις βόρειες όψεις προβλέπονται μικρότερα και λιγότερα ανοίγματα, περιορίζοντας τις θερμικές απώλειες κατά τη χειμερινή περίοδο, ενώ στις νότιες μεγιστοποιείται η αξιοποίηση του φυσικού φωτισμού και των ωφέλιμων ηλιακών κερδών.

Η επιλογή των υλικών επιδιώκει τη συνδυασμένη επίτευξη ανθεκτικότητας, χαμηλών απαιτήσεων συντήρησης και περιορισμού του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Προτείνονται υλικά μεγάλης διάρκειας ζωής, ανακυκλώσιμα όπου είναι δυνατόν, καθώς και προϊόντα τοπικής παραγωγής, με στόχο τον περιορισμό των μεταφορών και του ενσωματωμένου ανθρακικού αποτυπώματος. Παράλληλα, οι φυτεύσεις και τα φυσικά υλικά των υπαίθριων χώρων ενσωματώνονται στη συνολική περιβαλλοντική στρατηγική της πρότασης.

Ο φορέας των τριών πτερύγων είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα, η διάταξη του οποίου οργανώνει και τα αρχιτεκτονικά στοιχεία της πρότασης. Εσωτερικοί τοίχοι, λοιπά στοιχεία πλήρωσης και ελαφρά χωρίσματα στο εσωτερικό είναι από κοινή οπτοπλινθοδομή, ή και ξηρή δόμηση. Στις εξωτερικές όψεις του κτιρίου προτείνεται η επένδυση με πορώδη, κεραμικά πλακίδια από τοπικά υλικά. Αντίστοιχα, και με αναφορά στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Κύπρου, αντίστοιχου χρώματος και υφής τούβλα εισάγουν στοιχεία κτιστού κλωστρά. Οι όψεις των τριών κτιρίων ολοκληρώνονται με επίχρισμα σε γαιώδεις αποχρώσεις.

Οι τρεις πτέρυγες συμπληρώνονται από ελαφρές, μεταλλικές κατασκευές από γαλβανισμένες και χρωματισμένες διατομές. Τα κουφώματα, σταθερά, ανοιγόμενα, ή συρόμενα, είναι αλουμινίου, ενώ προτείνονται κατά τόπους ελαφρά στοιχεία ηλιοπροστασίας.