Ομάδα Μελέτης: Παντελής Παπαδόπουλος, Ελένη Φλουρή, Λάουρα-Μαρία Φωτίου
Συνεργάτες: Μαριάννα Ζηλιαναίου, Ελένη Σαρακατσάνου, Νέστορας Πουλιάσης, Στέλιος Ευθυμίου
Γενική περιγραφή
Η πρόταση οργανώνεται γύρω από μια απλή χωρική αρχή: το κέντρο του τεμαχίου ανήκει στους κατοίκους. Η κυκλοφορία των οχημάτων μεταφέρεται στην περίμετρο, αξιοποιώντας τις προσβάσεις από το βόρειο και νότιο όριο, ώστε ο εσωτερικός χώρος να παραμένει ελεύθερος και να λειτουργεί ως ο συλλογικός πυρήνας της ανάπτυξης. Αντί το κενό να αποτελεί το υπόλοιπο της δόμησης, η δόμηση οργανώνεται γύρω από αυτό. Ο αριθμός των κατοικιών είναι επαρκής ώστε να ενεργοποιεί τον κοινόχρηστο χώρο σε καθημερινή βάση, ενώ ταυτόχρονα η ίδια η χωρική οργάνωση καλλιεργεί στους κατοίκους το αίσθημα του ανήκειν και ενισχύει τη δημιουργία μιας ζωντανής κοινότητας. Ο κοινόχρηστος χώρος γίνεται έτσι το βασικό δομικό στοιχείο της σύνθεσης, συγκροτώντας μια σύγχρονη μικρή γειτονιά όπου η κατοίκηση επεκτείνεται πέρα από τα όρια του διαμερίσματος.
Δημιουργικό σκεπτικό
Η πρόταση αντιμετωπίζει την συλλογική κατοίκηση ως μια χωρική εμπειρία που οργανώνεται μέσα από διαδοχικές μεταβάσεις. Η καθημερινή διαδρομή του κατοίκου εξελίσσεται από τον χώρο στάθμευσης, στο κτίριο, στο αίθριο, στο προσωπικό κατώφλι της κατοικίας και τελικά στον ιδιωτικό χώρο του διαμερίσματος. Παράλληλα, το αίθριο του κάθε συγκροτήματος συνδέεται μέσω μιας δεύτερης στοάς με τον κεντρικό κοινόχρηστο χώρο, δίνοντας τη δυνατότητα η καθημερινή κίνηση να επεκτείνεται φυσικά προς τη συλλογική ζωή της γειτονιάς. Οι ενδιάμεσοι αυτοί χώροι λειτουργούν ως φίλτρα μετάβασης μεταξύ του συλλογικού και του ιδιωτικού, δημιουργώντας ευκαιρίες συνάντησης χωρίς να αναιρούν την αυτονομία της κατοικίας. Η αρχιτεκτονική δεν οργανώνει μόνο κτίρια αλλά κυρίως σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, χώρων και τοπίου.
Σχεδιαστική προσέγγιση
Τέσσερις τριώροφοι κτιριακοί όγκοι τοποθετούνται περιμετρικά του κεντρικού υπαίθριου χώρου. Τα δύο κτίρια ακολουθούν κοινή τυπολογία, ενώ τα άλλα δύο αποτελούν παραλλαγές της καλύπτοντας τις απαιτήσεις του κτιριολογικού προγράμματος χωρίς να διαταράσσει τη συνοχή της σύνθεσης. Η επανάληψη της ίδιας αρχιτεκτονικής λογικής εξασφαλίζει κατασκευαστική οικονομία, ευελιξία και σαφή ταυτότητα.
Η διάταξη των όγκων ακολουθεί τη φυσική τοπογραφία του οικοπέδου. Κάθε κτίριο τοποθετείται σε διαφορετικό υψόμετρο, περιορίζοντας τις επεμβάσεις στο φυσικό ανάγλυφο και διατηρώντας την αναγνωσιμότητα του τοπίου. Μέσα από ελαφρές μετατοπίσεις και περιστροφές, οι όγκοι αποκτούν μια δυναμική αλλά ισορροπημένη χωρική σχέση, εξασφαλίζοντας οπτικές φυγές, φυσικό φωτισμό, διαμπερή αερισμό και ιδιωτικότητα. Παράλληλα, συγκροτούν ένα συνεχές δίκτυο υπαίθριων χώρων που συνδέει οργανικά τις επιμέρους κοινότητες των τεσσάρων κτιρίων.
Στο κέντρο του συγκροτήματος οργανώνεται ένας κοινόχρηστος υπαίθριος χώρος με παιδότοπο, λαχανόκηπο, περιβόλι και χώρους στάσης. Οι χρήσεις αυτές δεν αποτελούν συμπληρωματικές διαμορφώσεις αλλά την καρδιά της καθημερινής ζωής της γειτονιάς. Η αυλή διαμορφώνεται σε διαδοχικές αναβαθμίδες που ακολουθούν τη φυσική τοπογραφία του εδάφους. Χαμηλοί τοίχοι αντιστήριξης συγκρατούν τις υψομετρικές διαφορές και ταυτόχρονα δημιουργούν σημεία καθιστικού.
Οι επιφάνειες παραμένουν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους μαλακές και διαπερατές, χωρίς να σφραγίζεται το φυσικό έδαφος, ενισχύοντας τη φυσική διαχείριση των ομβρίων υδάτων και τη δημιουργία ενός ευνοϊκού μικροκλίματος. Όπου απαιτείται, προβλέπονται ράμπες που εξασφαλίζουν την απρόσκοπτη προσβασιμότητα σε όλα τα επίπεδα του συγκροτήματος. Η φύτευση με μεσογειακά είδη συμβάλλει στη σκίαση, στη βελτίωση του μικροκλίματος και στην αναβάθμιση της εμπειρίας του υπαίθριου χώρου.
Κτηριολογική ανάλυση και λειτουργία των χώρων
Η τυπολογία κάθε κτιρίου οργανώνεται γύρω από ένα κεντρικό αίθριο, το οποίο αποτελεί τον πυρήνα φωτισμού, φυσικού αερισμού και κοινωνικής συνύπαρξης, λειτουργώντας παράλληλα ως βιοκλιματικός ρυθμιστής του κτιρίου. Η πρόσβαση των κατοίκων πραγματοποιείται από τους χώρους στάθμευσης της περιμέτρου, επιτρέποντας την άμεση είσοδο στο αντίστοιχο κτίριο. Μέσω μιας στεγασμένης στοάς, όπου οργανώνεται η κατακόρυφη κυκλοφορία, ο κάτοικος οδηγείται στο αίθριο, γύρω από το οποίο αναπτύσσονται οι κατοικίες.
Στους ορόφους, οι περιμετρικοί διάδρομοι λειτουργούν ως ενεργοί χώροι κίνησης και συνάντησης, ενώ στο επίπεδο του ισογείου μια δεύτερη διαμπερής στοά συνδέει το αίθριο με τον κεντρικό κοινόχρηστο χώρο όλων των συγκροτημάτων. Έτσι, κάθε κτίριο αποκτά τη δική του επιμέρους κοινότητα, παραμένοντας ταυτόχρονα οργανικά συνδεδεμένο με τη συλλογική ζωή του συγκροτήματος.
Η πρόσβαση σε κάθε διαμέρισμα ολοκληρώνεται μέσω ενός ημιυπαίθριου χώρου εισόδου (porch), ο οποίος λειτουργεί ως προσωπικό κατώφλι μεταξύ του συλλογικού και του ιδιωτικού χώρου. Ο χώρος αυτός μπορεί να φιλοξενήσει τις καθημερινές ανάγκες του κατοίκου, όπως την προσωρινή αποθήκευση ποδηλάτου ή άλλου εξοπλισμού, ενώ παράλληλα συμβάλλει στον φυσικό διαμπερή αερισμό του διαμερίσματος μέσω της διάτρητης μεταλλικής θύρας και του αιθρίου.
Οι υψομετρικές διαφορές του τεμαχίου δημιουργούν σε επιλεγμένα σημεία υπερυψωμένα ισόγεια, κάτω από τα οποία διαμορφώνονται αποθηκευτικοί χώροι που εξυπηρετούν τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων χωρίς να επιβαρύνουν τη λειτουργία των κοινόχρηστων χώρων. Απόθηκες επίσης χωροθετούνται στη δεύτερη στοά στο ισόγειο χώρο του κάθε κτιρίου
Κατασκευή
Η πρόταση βασίζεται σε ένα επαναλαμβανόμενο τυπολογικό και δομικό σύστημα που συνδυάζει κατασκευαστική οικονομία με χωρική ευελιξία. Ο φέρων οργανισμός και η συγκέντρωση των κατακόρυφων εγκαταστάσεων σε σταθερούς πυρήνες συγκροτούν μια σαφή κατασκευαστική λογική, επιτρέποντας την προσαρμογή διαφορετικών τύπων κατοικίας χωρίς μεταβολή της βασικής δομής και διευκολύνοντας την επαναληψιμότητα της κατασκευής.
Η ευελιξία του δομικού συστήματος επιτρέπει την εναλλαγή διαφορετικών τυπολογιών κατοικίας ανά όροφο, χωρίς να μεταβάλλεται η βασική κατασκευαστική λογική του κτιρίου. Η εναλλαγή των τυπολογιών ανά όροφο επιτρέπει τη διαφοροποίηση των όψεων, προσδίδοντας ρυθμό και ποικιλία στη σύνθεση, ενώ οι στεγασμένες βεράντες ενσωματώνονται στον όγκο των κτιρίων ως προστατευμένοι ενδιάμεσοι χώροι, προσφέροντας σκίαση, ιδιωτικότητα και αυξημένη θερμική άνεση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Στις όψεις, τα ανοίγματα πλαισιώνονται από χαρακτηριστικά κίτρινα στοιχεία και μεταλλικά κιγκλιδώματα που προσδίδουν αναγνωρίσιμη ταυτότητα στο συγκρότημα. Το ίδιο χρώμα επαναλαμβάνεται στα κιγκλιδώματα του αιθρίου και στις μεταλλικές θύρες των χώρων εισόδου (porch), δημιουργώντας μια συνεκτική αρχιτεκτονική γλώσσα που συνδέει όλα τα επίπεδα της κατοίκησης.
Η περιβαλλοντική στρατηγική ενσωματώνεται στην ίδια την αρχιτεκτονική σύνθεση. Τα αίθρια, οι στοές, οι ημιυπαίθριοι χώροι εισόδου, οι προστατευμένες βεράντες και η εκτεταμένη φύτευση συγκροτούν ένα παθητικό σύστημα περιβαλλοντικού ελέγχου που αξιοποιεί τον φυσικό φωτισμό, τον διαμπερή αερισμό και τη σκίαση για τη δημιουργία ενός ευνοϊκού μικροκλίματος με περιορισμένες ενεργειακές απαιτήσεις. Η βιωσιμότητα δεν αντιμετωπίζεται ως πρόσθετη τεχνολογία αλλά ως εγγενής ιδιότητα της αρχιτεκτονικής, όπου η ποιότητα του χώρου, η οικονομία των μέσων και η περιβαλλοντική απόδοση αποτελούν αδιαχώριστες έννοιες.