THK Architects: Νικόλας Κυριακίδης και Ιωάννης Κυριακίδης
Η παρούσα αρχιτεκτονική πρόταση προσεγγίζει τον σχεδιασμό ενός Κέντρου Ημέρας για άτοµα στο σοβαρότερο άκρο του φάσματος αυτισμού ως µια διαδικασία χωρικής οργάνωσης και ελέγχου της εμπειρίας, όπου η αρχιτεκτονική λειτουργεί ως ενεργό µέσο ρύθμισης των αισθητηριακών ερεθισμάτων. Στόχος είναι η δηµιουργία ενός περιβάλλοντος σαφούς, προβλέψιµου και ήπιου, που ενισχύει την ασφάλεια, την αυτονομία και την καθημερινή λειτουργία των χρηστών.
Η κεντρική συνθετική ιδέα βασίζεται στην έννοια του κτηρίου ως “φίλτρου ισορροπίας”. Το κτήριο τοποθετείται κατά µήκος του νότιου ορίου του οικοπέδου, όπου αναπτύσσεται ο κύριος οδικός άξονας, συγκροτώντας ένα προστατευτικό µέτωπο που απορροφά τον θόρυβο, την κίνηση και την οπτική ένταση της πόλης. Στη ζώνη αυτή οργανώνονται οι βοηθητικές και υποστηρικτικές λειτουργίες, οι χώροι υγιεινής, αποθήκες, κουζίνα, χώροι προσωπικού και τεχνικές υποδομές δημιουργώντας ένα ενδιάµεσο στρώμα απομόνωσης.
Αντιθέτως, οι κύριοι χώροι των εκπαιδευοµένων αναπτύσσονται προς τον βορρά, εξασφαλίζοντας άµεση σχέση µε έναν εκτεταμένο ελεύθερο χώρο πρασίνου. Η διάταξη αυτή εγκαθιδρύει µια σαφή μετάβαση από το έντονο αστικό περιβάλλον προς ένα ελεγχόμενο φυσικό τοπίο, όπου τα ερεθίσµατα είναι ήπια, επαναλαμβανόμενα και κατανοητά, ενισχύοντας την αίσθηση προσανατολισμού και ηρεμίας.
Η μορφολογική συγκρότηση του κτηρίου οργανώνεται σε τρεις διακριτές αλλά λειτουργικά συνδεδεμένες ενότητες. Στη δυτική ενότητα τοποθετούνται οι διοικητικοί χώροι και οι χώροι προσωπικού προς τον νότο, ενώ προς τον βορρά αναπτύσσονται αίθουσες δραστηριοτήτων των εκπαιδευοµένων. Η κεντρική ενότητα συγκεντρώνει τον βασικό πυρήνα υποστήριξης, όπως η κουζίνα, οι χώροι καθαριότητας, οι αποθήκες και οι χώροι υγιεινής, και περιλαμβάνει τον χώρο εστίασης, ο οποίος λειτουργεί σε άµεση σχέση µε τις αίθουσες χωρίς να δημιουργεί συνθήκες συνωστισμού. Στην ανατολική ενότητα χωροθετείται το τµήµα θεραπειών, µε χώρους θεραπείας προς τον βορρά, ενώ προς τον νότο αναπτύσσονται οι υποστηρικτικές λειτουργίες, όπως αποδυτήρια, χώροι υγιεινής και το νοσηλευτήριο.
Η εσωτερική κυκλοφορία οργανώνεται µε γνώμονα τη σαφήνεια και τη συνέχεια, αποφεύγοντας αδιέξοδα και πολύπλοκες διακλαδώσεις. Η διάταξη αυτή ενισχύει την κατανόηση του χώρου και υποστηρίζει την αυτόνομη κίνηση, ενώ οι οπτικές φυγές προς τον εξωτερικό χώρο πρασίνου λειτουργούν ως σταθερά σηµεία αναφοράς.
H πρόταση λαμβάνει υπόψη τη φυσική τοπογραφία του οικοπέδου, το οποίο παρουσιάζει υψομετρικές διαφοροποιήσεις σε σχέση µε τον κύριο δρόµο. Μέσω επιλεκτικών διαμορφώσεων και ήπιων επιχωματώσεων, η κύρια είσοδος τοποθετείται σε στάθµη άµεσης σύνδεσης µε το πεζοδρόμιο, βελτιώνοντας την προσβασιµότητα και περιορίζοντας την ανάγκη για εκτεταμένες ράμπες. Η στρατηγική αυτή εντάσσεται σε µια συνολική λογική ελαχιστοποίησης χωματουργικών εργασιών και ορθολογικής διαχείρισης πόρων, ενισχύοντας τη βιωσιμότητα της πρότασης και επιτρέποντας την ήπια ένταξη του κτηρίου στο φυσικό ανάγλυφο.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στη διαχείριση του φυσικού φωτός ως κρίσιµου παράγοντα αισθητηριακής ισορροπίας. Τα κατακόρυφα σκίαστρα που τοποθετούνται µπροστά από τα ανοίγματα παραθύρων λειτουργούν ως φίλτρα φωτός, επιτρέποντας τη διέλευση διάχυτου φωτισμού και αποτρέποντας τη δηµιουργία έντονων αντιθέσεων και σκληρών σκιάσεων. Η επιλογή αυτή προκύπτει από τη συνολική ερευνητική προσέγγιση της πρότασης και συμβάλλει στη δηµιουργία ενός οπτικά ήπιου και ελεγχόμενου περιβάλλοντος. Στις εισόδους και εξόδους που αναπτύσσονται κατά µήκος των κοινόχρηστων διαδρομών, η απουσία κατακόρυφων σκίαστρων αποτελεί συνειδητή επιλογή, ενισχύοντας τη μετάβαση προς τους υπαίθριους χώρους.
Η γεωμετρία του κτηρίου βασίζεται σε ορθοκανονική διάταξη, εξασφαλίζοντας κατασκευαστική, απλότητα και οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό, εφαρμόζεται επιλεκτική καμπύλωση στις γωνίες των όγκων, αποφεύγοντας απότοµους χωρικούς τερματισμούς και ενισχύοντας τη ροή της κίνησης σύµφωνα µε την αρχή της “wall-follow” συμπεριφοράς. Παράλληλα, η επιλογή αυτή συμβάλλει στη µείωση έντονων σκιασµένων ζωνών και σκληρών οπτικών αντιθέσεων, ενισχύοντας τη συνολική στρατηγική, φιλτραρίσµατος των ερεθισμάτων.
H πρόταση ενσωματώνει τη διάσταση της χρονικής εξέλιξης µέσω πρόβλεψης μελλοντικής κατακόρυφης επέκτασης, επιτρέποντας την προσθήκη επιπλέον επιφάνειας χωρίς διατάραξη της λειτουργίας τou υφιστάµενου συνόλου. Η επιλογή της κάθετης ανάπτυξης περιορίζει την κάλυψη του οικοπέδου και διατηρεί τον ελεύθερο χώρο πρασίνου, ενισχύοντας τη συνολική βιωσιμότητα.
Συνολικά, το έργο συγκροτεί µια αρχιτεκτονική προσέγγιση που βασίζεται στη σαφήνεια, την σειρά προτεραιότητας και τον έλεγχο των ερεθισμάτων. Το κτήριο λειτουργεί ως ένα “φίλτρο ισορροπίας”, που µετασχηματίζει την ένταση του αστικού περιβάλλοντος σε ένα προστατευμένο, αναγνώσιµο και σταθερό πλαίσιο, ικανό να υποστηρίξει ουσιαστικά την καθημερινότητα των ατόμων µε σοβαρό αυτισμό στο οποίο μπορούν να κινηθούν, να αλληλοεπιδράσουν και να αναπτύξουν δεξιότητες µε µεγαλύτερη ασφάλεια, αυτονομία και αξιοπρέπεια.